Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2009

Η ανατολή του Ήλιου και της Σελήνης

Στο όνομα του Ήλιου και της μεσημεριανής του λαμπρότητας, στο όνομα της Σελήνης που ανατέλλει μετά απ’ αυτόν, στο όνομα της μέρας που αποκαλύπτει τη λαμπρότητά της, στο όνομα της νύχτας που ρίχνει τα πέπλα της!

Στο όνομα του ουρανού και του Δημιουργού του, στο όνομα της Γης και αυτού που την άπλωσε, μια φορά κι έναν καιρό, πριν από αμέτρητα χρόνια, όταν το σκοτάδι πλανιόταν πάνω από την Τεοτιχουάκαν, οι θεοί μαζεύτηκαν κι άναψαν μια τεράστια φωτιά. Κάθησαν γύρω της και σκέφτηκαν πώς θα νικήσουν το σκοτάδι.

Όπως λένε οι διηγήσεις που έρχονται από τα χρόνια εκείνα τα σκοτεινά, όταν ακόμη δεν είχε ανατείλει και δύσει ήλιος, οι θεοί συγκεντρώθηκαν και μίλησαν μεταξύ τους. Γύρω από τη φωτιά ακούστηκαν φωνές που ρωτούσαν:

-Ποιός από μας θα αναλάβει την ευθύνη; Ποιός θα γίνει ο ίδιος ο ήλιος, για να φέρει την ανατολή.

Πρώτος απάντησε ένας θεός ματαιόδοξος και αλαζόνας ο Τεκιζτεκάτλ, όμως, οι υπόλοιποι θεοί επιλέγουν κι έναν ταπεινό και αδύναμο θεό, ο οποίος είχε τολμήσει να σκίσει στη μέση το Βουνό της Τροφής και να εξασφαλίσει το καλαμπόκι για τη διατροφή των ανθρώπων, τον Ναναχουατζίν.

Αμέσως οι θεοί φτιάχνουν δύο λόφους, ώστε οι δύο θεοί να μπορέσουν να νηστέψουν, να εξαγνιστούν και να μετανοήσουν. Ήδη η φωτιά της θυσίας δυναμώνει στην ιερή πόλη. Μέχρι σήμερα μπορεί να διακρίνει κάποιος τις τοποθεσίες όπου στήθηκαν οι λόφοι, αφού εκεί υπάρχουν ακόμη οι πυραμίδες του Ήλιου και της Σελήνης. Ο Τεκιζτεκάτλ, κατά τη διάρκεια της νηστείας και της αγρύπνιας του προσφέρει τα πιο σπάνια, τα πιο πολυτελή δώρα φτιαγμένα από τα καλύτερα υλικά. Οι προσφορές του Ναναχουατζίν είναι μικρής υλικής αξίας. Τα μεσάνυχτα, μετά από τέσσερις ημέρες αγρύπνιας, οι θεοί έντυσαν τον Τεκιζτεκάτλ με πλούσια ρούχα και το Ναναχουατζίν μόνο με χάρτινα ενδύματα. Οι θεοί περικύκλωσαν τη φωτιά της θυσίας, που ήδη έκαιγε τέσσερις ημέρες, και ζήτησαν από τον Τεκιτζτεκάτλ να πηδήσει μέσα. Αυτός έτρεξε προς τη φωτιά, όμως, η ζέστη και οι φλόγες τον σταμάτησαν. Το ίδιο έγινε τέσσερις φορές. Τότε οι θεοί καλούν τον Ναναχουατζίν να πηδήξει μέσα στις φλόγες. Εκείνος προετοίμασε την καρδιά του, έκλεισε σφιχτά τα μάτια του και παρέδωσε το σώμα του στην πυρά της θυσίας.

Ο Τεκιζτεκάτλ ντροπιασμένος πηδά κι αυτός στην πυρά της θυσίας κι ακολουθούν ο αετός, που καψάλισε τα φτερά του και ο ιαγουάρος, που το δέρμα του γέμισε με μαύρες βούλες. Από τότε τα δύο αυτά ζώα έγιναν τα παράσημα για τους γενναίους πολεμιστές.

Μετά το θάνατο των δύο θεών, οι υπόλοιποι περίμεναν ψάχνοντας που θα ξαναεμφανιστούν. Κοιτώντας προς την ανατολή είδαν τον Ναναχουτζίν να αναδύεται, όχι άρρωστος και ταπεινός, επιστρέφει ανατέλλοντας ως Τονάτιου, ο πύρινος θεός του Ήλιου, αφήνοντας τις αχτίνες του να ξεχυθούν προς όλες τις κατευθύνσεις.

Αμέσως μετά αναδύεται και ο Τεκιζτεκάτλ, το ίδιο λαμπρός με τον Τονάτιου. Οι δυό τους μοιάζουν τόσο πολύ, που οι θεοί φοβούνται ότι ο κόσμος θα γίνει πολύ φωτεινός. Ένας από τους θεούς αρπάζει τότε ένα κουνέλι και το πετά στο πρόσωπο του Τεκιζτεκάτλ, πληγώνοντας το πρόσωπό του. Έτσι, η Σελήνη λάμπει λιγότερο από τον Ήλιο και όταν έχει Πανσέληνο ακόμη διακρίνεται το κουνέλι που πλήγωσε το πρόσωπό της.

Τα δύο ουράνια σώματα, όμως, αρνήθηκαν να κινηθούν και παρέμεναν ακίνητα να αιωρούνται στον ουρανό. Μάλιστα, ο Τονάτιου, για να κινηθεί απαίτησε την υποταγή και το αίμα των άλλων θεών, εξοργίζοντας το θεό του Αυγερινού, τον Κύριο της Αυγής, ο οποίος του έριξε ένα από τα βέλη του. Ο Τονάτιου, όχι μόνον αποφεύγει το βέλος, αλλά καταφέρνει να πληγώσει τον Τλαχουϊζκαλπαντεκούτλι. Τότε ο Κύριος της Αυγής μεταμορφώνεται στο θεό της πέτρας και του ψύχους και γι αυτό κάνει πάντα κρύο την ώρα της ανατολής. Οι θεοί, τότε συμφωνούν να θυσιαστούν και ο Κετζαλκοάτλ αναλαμβάνει να υλοποιήσει την απόφαση. Τότε δημιουργήθηκε ο Ήλιος της Κίνησης ο Νάουϊ Ολίν.

(Πηγές: Histoire de Mechique, Μύθοι και Ιστορία των Λαών, Ινδιάνικα παραμύθια)

Η γέννηση του Ανθρώπου του Ήλιου της Κίνησης


Μια φορά κι έναν καιρό, όταν οι θεοί αποφάσισαν να φιλιώσουν και να συνεργαστούν και δημιούργησαν τον Πέμπτο Κόσμο, τον Ήλιο της Κίνησης, ξανάφτιαξαν τη Γη και ανασήκωσαν τους ουρανούς, κοίταξαν το Δημιούργημά τους, αλλά ήταν άδειο. Οι ναοί τους άδειοι και οι βωμοί τους γεμάτοι σκόνη.
Ήρθε η ώρα να δημιουργήσουν μια νέα φυλή ανθρώπων, αλλά πώς! Οι θεοί σκέφτηκαν πολύ και στο τέλος συμφώνησαν ότι ο Θεός του Ανέμου, ο Κετζαλκοάτλ, έπρεπε να κατεβεί στον Κάτω Κόσμο και να μαζέψει τα λείψανα της τελευταίας φυλής των ανθρώπων, αυτών που μεταμορφώθηκαν σε ψάρια από τον κατακλυσμό.
Χωρίς δεύτερη σκέψη ο σοφός θεός του Ανέμου ξεκίνησε για την Μικτλάν, τη Χώρα των Νεκρών, αποφασισμένος να φέρει εις πέρας την αποστολή του και, αν χρειαστεί να αντιμετωπίσει τους δύο επικίνδυνους εξουσιαστές της, δηλαδή τον Μικτλαντεκούτλι και τη γυναίκα του, την Μικτεκακιχουάτλ.
Η Μικτλάν, προορισμός του Θεού του Ανέμου, ήταν το ένατο και τελευταίο επίπεδο του Κάτω Κόσμου και βρισκόταν μακριά προς το Βορρά. Στη Μικτλάν πήγαιναν οι πολεμιστές που πέθαιναν στη μάχη, αυτοί που είχαν χτυπηθεί από κεραυνό και οι γυναίκες εκείνες που είχαν πεθάνει στη γέννα. Το ταξίδι αυτό ήταν μακρύ και δύσκολο και διαρκούσε, τουλάχιστον τέσσερα χρόνια, ωστόσο οι ψυχές είχαν συμπαραστάτη και συνοδό των ψυχοπομπό Σολότλ, αυτόν που βοήθησε και στη δημιουργία του Ήλιου της Κίνησης.
Ο Σολότλ, που περνούσε κάθε βράδυ τις πύλες του Κάτω Κόσμου, φρουρώντας τον Ήλιο, ήταν αποφασισμένος να βοηθήσει τον δίδυμο αδελφό του, Κετζαλκοάτλ και του αποκάλυψε όλα τα μυστικά που ήξερε.
-Έχε τα μάτια σου ανοικτά αδελφέ μου, Κύριε του Ανέμου, όταν σταθείς ενώπιον του Μικτλαντεκούχτλ, του θεού των Νεκρών και Άρχοντα της Μικτλάν. Πρόσεχε και τη γυναίκα του, την Μικτεκακιχουάτλ που φρουρεί τα οστά των νεκρών.
Ο Κετζαλκοάτλ γνώρισε ότι ο Άρχοντας της Μικτλάν άλλωτε εμφανιζόταν σαν ένας σκελετός γεμάτος αίμα κι άλλωτε ως άνθρωπος με γυμνό κρανίο, ωστόσο πάντα στο κεφάλι του φορούσε φτερά κουκουβάγιας και στο λαιμό του είχε κρεμασμένο ένα περιδέραιο από ανθρώπινα μάτια.
Η γυναίκα του, η Κυρά των Νεκρών, πέθανε στη γέννα κι έτσι πήρε το όνομά της. Καθήκον της είναι να φρουρεί τα κόκκαλα των νεκρών. Το ζευγάρι των αρχόντων της Μικτλάν ζουν σ’ ένα σπίτι χωρίς παράθυρα. Αυτά σκεφτόταν ο Θεός του Ανέμου όταν πέρασε τις πύλες του ενάτου επιπέδου του Κάτω Κόσμου και βρέθηκε ενώπιον των εξουσιαστών του. Αμέσως πλησίασε στον Μικτλαντεκούτλι και του είπε αποφασιστικά:
-Ψάχνω τα πολύτιμα κόκκαλα που έχεις. Ήρθα γι αυτά!
-Τί θα τα κάνεις Κετζαλκοάτλ, τον ρώτησε ο άρχοντας του Κάτω Κόσμου.
-Θέλημα των θεών είναι να κατοικήσει και πάλι άνθρωπος τη γη, απάντησε ο Θεός του Ανέμου.
Ο Άρχοντας του Κάτω Κόσμου σκέφτηκε να παγιδεύσει τον Κετζαλκοάτλ. Συμφώνησε να του παραδώσει τα πολύτιμα κόκκαλα που είχε στη φύλαξή του, υπό τον όρον, όμως, ότι ο θεός του Ανέμου θα έκανε τέσσερις φορές το γύρο του Κάτω Κόσμου φυσώντας, συνέχεια μέσα από μια τρομπέτα φτιαγμένη από κοχύλι. Ωστόσο, όμως, ο Μικτλαντεκούτλι παρέδωσε στον Κετζαλκοάτλ ένα απλό κοχύλι χωρίς τρύπες. Ο θεός του Ανέμου αμέσως θυμήθηκε τα λόγια του αδελφού του Ψυχοπομπού και δεν έπεσε στην παγίδα. Κάλεσε σκουλήκια και άνοιξαν τρύπες στο κοχύλι κι έτσι έκανε τέσσερις φορές το γύρο του Κάτω Κόσμου σαλπίζοντας, ταυτόχρονα, από την τρομπέτα. Από τότε οι θεοί αποφάσισαν να δώσουν στον Κετζαλκοάτλ ως έμβλημα της εξουσίας του πάνω στον Άνεμο και τη Ζωή το κοχύλι, το οποίο φορούσε στο στέρνο του και το ονόμαζαν το «Κόσμημα του Ανέμου».
Ηττημένος ο Άρχοντας του Κάτω Κόσμου αναγκάστηκε να δώσει στον Κετζαλκοάτλ τα πολύτιμα κόκκαλα, ωστόσο ήταν αποφασισμένος να μην τον αφήσει να φύγει από το μαύρο του βασίλειο. Του στήνει παγίδες, ωστόσο ο θεός του Ανέμου τις ξεπερνά. Τότε ο σατανικός Μικτλαντεκούτλι διατάζει τους υπηκόους του να σκάψουν ένα βαθύ πηγάδι, για να πέσει μέσα ο Κετζαλκοάτλ. Καθώς τρέχει ο θεός του Ανέμου και μοναδικός του στόχος είναι να προστατέψει τα πολύτιμα κόκκαλα, ξαφνικά βλέπει μπροστά του ένα ορτύκι, το οποίο τον τρομάζει και αυτός πέφτει μέσα στο πηγάδι.
Ο Θεός του Ανέμου είναι νεκρός και το ορτύκι ροκάνισε όλα τα πολύτιμα κόκκαλα. Η αποστολή απέτυχε και εποχή του Ήλιου της Κίνησης θα μείνει χωρίς ανθρώπους. Όμως, ο Άνεμος βλέποντας τον αφέντη του νεκρό διέσχισε με όλη του τη ταχύτητα τον Κάτω Κόσμο έφτασε στο βαθύ πηγάδι όπου βρίσκονταν νεκρός ο Κετζαλκοάτλ και φύσηξε μακριά του την πνοή του θανάτου. Ο θεός αναστήθηκε, κυνήγησε το ορτύκι και κατάφερε να πάρει τα πολύτιμα κόκκαλα, όμως, αυτά ήταν σπασμένα. Αυτός είναι και ο λόγος που οι άνθρωποι έχουν διαφορετικό ύψος.
Δίνοντας σειρά από μάχες ο θεός του Ανέμου καταφέρνει να ξεπεράσει όλα τα εμπόδια και να ξεφύγει από τον Κάτω Κόσμο. Κουρασμένος, σχεδόν απογοητευμένος και πληγωμένος πηγαίνει τα πολύτιμα κόκκαλα, σ’ ένα τόπο που γίνονταν θαύματα, την Ταμοαντοάν. Εκεί, η Γυναίκα Ερπετό, η γριά θεά Σιχουακοάτλ, πήρε τα πολύτιμα κόκκαλα και τα άλεσε. Τα μετέτρεψε σ’ ένα αλευροειδές γεύμα, που το τοποθέτησε σ’ ένα ειδικό κεραμικό δοχείο. Γύρω από το δοχείο μαζεύτηκαν μετανιωμένοι οι θεοί και άρχισαν να ραντίζουν με το αίμα τους το αλευροειδές γεύμα. Έτσι, από το αίμα των θεών και τα λείψανα των ανθρώπων-ψαριών, γεννήθηκε το σημερινό ανθρώπινο είδος, που περπατά στην εποχή του Πέμπτου Ήλιου της Κίνησης.
(Πηγές: Histoire de Mechique, Μύθοι των Αζτέκων και των Μάγια)

Η Γη των Πέντε Ήλιων


Μια φορά κι έναν καιρό, πριν από πολλά χρόνια, που είναι αδύνατον να μετρηθούν, όταν παντού επικρατούσε η σκοτεινιά και η σιωπή, το ζευγάρι των θεών, ο Τενακατεκούτλι καιη Τονακασιχουάτλ, δηλαδή ο Κύριος και η Κυρία της Ύπαρξής μας, αποφάσισαν να ολοκληρώσουν την αγάπη τους. Απέκτησαν τέσσερις γιους. Πρωτότοκος ήταν ο Κόκκινος Τεζκατλιπόκα, ο δεύτερος ήταν ο Μαύρος Τεζκατλιπόκα, τρίτος ο Κετζαλκοάτλ και τέταρτος ο Χουϊτζιλοπόχτλι.

Η κοσμική μάχη των τεσσάρων αδελφών δημιουργεί τη φωτιά, τους ουρανούς, τη γη, τη θάλασσα και τον Κάτω Κόσμο. Δημιουργήθηκαν συνολικά πέντε κόσμοι ή ήλιοι και ο καθένας ταυτίστηκε με μια θεότητα και φυλή ανθρώπων. Ο Μαύρος Τεζκατλιπόκα, που εξουσίαζε το σκοτάδι, τον πειρασμό, τη μαγεία, τον πόλεμο και τα υλικά αγαθά ήταν κυρίαρχος του πρώτου Κόσμου, του Ήλιου του Ιαγουάρου, του ήλιου της Γης, όπου ζει μια φυλή γιγάντων. Οι γίγαντες ήταν τόσο δυνατοί που μπορούσαν μόνο με τα χέρια τους να ξεριζώνουν δέντρα. Ο εξουσιαστής του Πρώτου Κόσμου είχε στην κατοχή του έναν μαγικό καθρέφτη που έβγαζε καπνούς και σκότωνε τους αντιπάλους του, γι αυτό και τον φώναζαν «Ο Θεός του Καθρέφτη που καπνίζει». Ο Κετζαλκοάτλ επιτέθηκε στον αδελφό του μ’ ένα μακρύ κοντάρι και τον πέταξε στη θάλασσα, όμως ο Μαύρος Τεζκατλιπόκα δεν ήταν εύκολος αντίπαλος και κατάφερε να αναδυθεί από τα βάθη της θάλασσας. Μεταμορφώθηκε σε ένα τεράστιο, φοβερό ιαγουάρο, ο οποίος ακόμη και σήμερα στον Πέμπτο Κόσμο ή Πέμπτο Ήλιο, είναι ορατός στον ουρανό στον αστερισμό της Μεγάλης Άρκτου. Με την επιστροφή του την τρομερή φυλή των γιγάντων καταβρόχθισαν τεράστιοι ιαγουάροι.

Ο Κετζαλκοάτλ, που σημαίνει «Φίδι με φτερά», εξουσιάζει την επόμενη δημιουργία, τον Ήλιο του Ανέμου. Είναι ο Θεός του ουρανού κι ο σοφός δημιουργός των νόμων. Έμαθε στους ανθρώπους τη γεωργία, τις τέχνες και τη χρήση του ημερολογίου. Είναι θεός των υδάτων και της γονιμότητας. Μητέρα του ήταν, η Μάνα Γη, μητέρα των άστρων και της Σελήνης, αλλά και προστάτις των γυναικών που πέθαιναν κατά τη γέννα. Ο κόσμος του καταστρέφεται από τον Τεζκατλιπόκα, που, με μια δυνατή κλωτσιά, έριξε στο χώμα τον Κετζαλκοάτλ. Τότε, ισχυροί άνεμοι παρέσυραν μακριά τον νικημένο εξουσιαστή του Ήλιου του Ανέμου και τη φυλή των ανθρώπων που ζούσε στη δημιουργία του. Απόγονοι αυτής της φυλής θεωρούνται οι πίθηκοι, που κρέμονται και τρέχουν τρομαγμένοι ψηλά στα δέντρα του δάσους. Στ’ αρχαία κείμενα που γράφτηκαν, για να θυμίζουν την καταστροφή αυτή αναφέρεται: «Αυτός ο ήλιος είναι γνωστός ως 4 Άνεμος. Αυτοί που έζησαν κάτω απ’ αυτόν τον δεύτερο Ήλιο παρασύρθηκαν μακριά με τον άνεμο. Κάτω απ’ αυτόν τον Ήλιο 4 Άνεμο εξαφανίστηκαν όλοι. Παρασύρθηκαν μακριά από τον άνεμο. Έγιναν πίθηκοι. Τα σπίτια τους, τα δέντρα τους -όλα τα πήρε ο άνεμος. Ακόμη κι αυτόν τον ίδιον τον ήλιο τον παρέσυρε μακριά ο άνεμος...»

Τον Κετζαλκοάτλ, μέχρι σήμερα, μπορεί κανείς να τον δει στρέφοντας το βλέμμα στον ουρανό. Σύμφωνα με έναν μύθο ο σοφός επέτρεψε στον εαυτό του να υποκύψει στις γητείες του αδελφού του Τεζκατλιπόκα, αλλά από τύψεις έπεσε σε μια μεγάλη πυρά. Μετά το θάνατό του, η καρδιά του έγινε ο Αυγερινός. Πάντα ο Τεζκατλιπόκα τον έστελνε μακριά, αλλά ο Κετζαλκοάτλ γύριζε κάποτε.

Ο θεός της βροχής και των αστραπών, Τλάλοκ, ήταν ο εξουσιαστής του τρίτου κόσμου, του Ήλιου της Καταιγίδας. Η δημιουργία αυτή καταστράφηκε από τον Κετζαλκοάτλ, με μια πύρινη βροχή. Αυτή η τρομερή βροχή μεταμόρφωσε όλους τους ανθρώπους του Ήλιου της Καταιγίδας σε γαλοπούλες. Τα μόνα πλάσματα που σώθηκαν από την εποχή αυτή ήταν τα πουλιά, γιατί, μόνον εκείνα μπορούσαν να πετάξουν και να βρουν καταφύγιο.

Ο τέταρτος κόσμος ήταν ο Ήλιος του Νερού και τον εξουσίαζε η γυναίκα του Τλαλόκ, η Τσαλτσιουτλίκουε, δηλαδή Εκείνη με το Αχάτινο Πουκάμισο, η θεά των ποταμών και των λιμναζόντων νερών. Ένας κατακλυσμός που διήρκεσε 52 ημέρες κατέστρεψε τον Ήλιο του Νερού και μεταμόρφωσε τους ανθρώπους του σε ψάρια. Η πλημμύρα ήταν τόσο καταστροφική που διέλυσε τα βουνά και έριξε τους ουρανούς πάνω στη Γη.

Μόνον ένας άνδρας ο Τάτα και η γυναίκα του η Νένε, που τους προστάτεψε ο Τεζκατλιπόκα, κατάφεραν να σωθούν κρυμμένοι μέσα στην κουφάλα ενός τεράστιου δέντρου. Ως συνήθως, όμως, οι άνθρωποι αγνόησαν την εντολή του σωτήρα τους που τους είπε να τρώνε μόνο καλαμπόκι. Καθώς καθόταν προφυλαγμένοι στην κρυψώνα τους παρακολουθούσαν τα νερά να υποχωρούν σιγά-σιγά και αποφάσισαν την εγκαταλείψουν. Ξαφνικά, βλέπουν ένα ψάρι-έναν από τους άτυχους αδελφούς τους, που είχε μεταμορφωθεί από τον κατακλυσμό. Βλέποντας τον «πειρασμό» του φαγητού, έπιασαν το ψάρι, άναψαν μια ωραία φωτιά, το μαγείρεψαν και το έφαγαν. Οι θεοί, όμως, διέκριναν τον καπνό και φώναξαν:

-Ποιός τολμά να γεμίσει καπνούς τον ουρανό; Ποιός τόλμησε να ανάψει φωτιά;

Ο Τεζκατλιπόκα θυμωμένος κατεβαίνει στη γη και στέκεται μπροστά στο άμυαλο ζευγάρι και ρωτά γεμάτος οργή:

-Τάτα και Νένε τί κάνατε; Και χωρίς να περιμένει απάντηση τους έκοψε τα κεφάλια και τα κόλλησε στα οπίσθιά τους. Έτσι δημιουργήθηκε το πρώτο ζευγάρι σκύλων.

Στη δημιούργια της εποχής του Πέμπτου Ήλιου, που ζούμε τώρα, συνέβαλε ο Σολότλ ή Σοκότλ, θεός του κεραυνού και ψυχοπομπός, δηλαδή συνόδευε τους νεκρούς κατά το ταξίδι τους στη Μικτλάν. Ο Σολότλ ήταν, επίσης, θεός της φωτιάς και της κακοτυχίας. Φρουρούσε τον Ήλιο, όταν περνούσε τον Κάτω Κόσμο το βράδυ και έφερε τη φωτιά από τον κόσμο των νεκρών. Συνήθως εμφανιζόταν ως σκελετός ή ως άνθρωπος με κεφάλι σκύλου. Άλλωστε το όνομά του σημαίνει και σκύλος. Ήταν δίδυμος αδελφός του Κετζαλκοάτλ. Οι θεοί που πρωταγωνίστησαν στην καταστροφή των προηγούμενων Τεσσάρων Ήλιων, τώρα αποφάσισαν να συνεργαστούν. Δημιούργησαν τέσσερις δρόμους που οδηγούν στο κέντρο της γης. Με τη γη διαιρεμένη στα τέσσαρα, οι οκτώ θεοί σηκώνουν τους ουρανούς. Ο Τεζκατλιπόκα και ο Κετζαλκοάλτ μεταμορφώθηκαν σε δύο τεράστια δέντρα. Το δέντρο του Τεζκαλκοάλτ ξεχωρίζει από τους καθρέπτες που λάμπουν, ενώ του Κετζαλκοάλτ από το φτέρωμα του σμαραγδένιου πουλιού κετζάλ. Οι θεοί ανταμείβοντας τα δύο αδέλφια, τους έκαναν κύριους των ουρανών και των άστρων. Ο Γαλαξίας είναι ο δρόμος που τους οδηγεί στον έναστρο ουρανό. Ο πέμπτος κόσμος, ο κόσμος μας, είναι ο Ήλιος της Κίνησης και, όπως, λένε τα κείμενα εκείνα τα παλιά, κάποια μέρα θα καταστραφεί από μια σειρά σεισμούς και κατακλυσμούς.

(πηγές Historia de los mexicanos por sus pinturas, Leyenda de los soles, Μύθοι και Ιστορία των Λαών)

Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2009

Η Χλωμή Θεά του ουρανού

Μια φορά κι έναν καιρό, πριν από πολλά-πολλά χρόνια, πριν ακόμη να δημιουργηθεί ο άνθρωπος ο θεός Ιζανάγκι που ζούσε σε μια μακρινή χώρα, γνωστή σε μας ως Ιαπωνία, αποφάσισε να πλύνει το δεξί του μάτι και τότε γεννήθηκε ο Θεός της Σελήνης.
Ο Ιζανάγκι έδωσε στο νεογέννητο Θεό το όνομα Τσούκι Γιόμα, που σημαίνει Σελήνη και Μετρώ και του έδωσε την ικανότητα να μάθει στους ανθρώπους τη χρήση ενός πρωτόγονου ημερολογίου. Ο Ιζανάγκι αποφάσισε ότι η Θεότητα της Σελήνης θα είναι αρσενική και για να μην το ξεχνούν οι άνθρωποι τους έβαλε να προσθέσουν δίπλα στο όνομά της, στην αρχαία ποιητική ανθολογία τους, Μανυόσου, τη λέξη Οτόκο, που σημαίνει άνδρας.
Ο Ιζανάγκι έδωσε εντολή στους ανθρώπους να δημιουργήσουν δύο βωμούς για τον Τσούκι Γιόμα, τον έναν στο Ίζε και τον άλλον στο Καντόνι. Οι δύο βωμοί διαθέτουν καθρέφτη που ανήκει στο Θεό Σιντάϊ και του επιτρέπει να εκδηλώνεται. Κάθε χρόνο οι άνθρωποι προσέφεραν στο Θεό της Σελήνης ζωντανά άλογα, που τα έκλεινα σε στάβλο στην αυλή του ναού.
Όποιος πρόσεχε τη Χλωμή Κόρη του Ουρανού, που αιώνες ακολουθεί σιωπηλή και μυστηριώδης τη Γη, διέκρινε –τότε που οι καθρέφτες στις ψυχές των ανθρώπων ήταν καθαροί- την εικόνα ενός λαγού που όλη μέρα φτιάχνει το φάρμακο της Αθανασίας. Επειδή οι Θεοί ήξεραν ότι η κατάρα και η ευλογία των ανθρώπων είναι ότι ξεχνούν, έβαλαν τους καλλιτέχνες να ζωγραφίσουν το λαγό που ζυμώνει, σε γουδί, ζύμη ρυζιού.
Οι Θεοί φοβήθηκαν ότι και πάλι οι άνθρωποι θα ξεχάσουν και γι αυτό στήριξαν το σύμβολο αυτό στο λογοπαίγνιο «κοπανίζω ζύμη ρυζιού για γλυκίσματα», που λέγεται Μόσι-Ζούκι. Έτσι ονόμασαν στην Ιαπωνία και την πανσέληνο: Μόσι-Ζούκι. Βέβαια, οι δύο λέξεις γράφονται με διαφορετικό τρόπο, ωστόσο η ομοιότητα της προφοράς ήταν αρκετή, για να διατηρήσει τη μνήμη.
Στην Κίνα η Πανσέληνος έγινε μία από τρεις μεγαλύτερες γιορτές για τους ανθρώπους. Η μεγαλύτερη γιορτή γίνεται στην Πανσέληνο της φθινοπωρινής ισημερίας. Η Χλωμή Κόρη του Ουρανού γοητεύει, κυρίως, τις γυναίκες και τα παιδιά. Την ημέρα εκείνη οι γυναίκες και τα παιδιά αγοράζουν αγαλματίδια που αναπαριστούν ένα λευκό κουνέλι ή ένα πολεμιστή που φορά κράνος και πανοπλία, αλλά με το ρύγχος του λαγού και προσφέρουν θυσίες, κυρίως καρπούς.
Οι γυναίκες προσφέρουν τα δώρα τους στη Χλωμή ακόλουθο της Γης, μόλις αυτή εμφανιστεί πάνω από τις στέγες των σπιτιών. Σε ορισμένες οικογένειες η θυσία προσφέρεται σε μεγάλο χάρτινο πίνακα που απεικονίζει το ανάκτορο της Σελήνης με τον κάτοικό της το λαγό που φτιάχνει το φάρμακο της αθανασίας. Η θυσία αποτελείται κυρίως από καρπούς. Γλυκά που φτιάχνονται και πωλούνται με την ευκαιρία αυτή και κόκκινο λουλούδι από αμάραντο. Οι άνδρες δεν συμμετέχουν στην τελετή γιατί κατά τη λαϊκή αντίληψη ο λαγός είναι το σύμβολο των διεστραμμένων, άγνωστο γιατί και θεωρείται προστάτης τους.
Η Σελήνη κατοικείται ακόμη και από άλλο ένα πρόσωπο που έγινε η θεά της Σελήνης. Η Τσανγκ Γκο ή Χενγκ Γκο ήταν σύζυγος του Γι του θαυμαστού τοξότη. Μυθολογικό πρόσωπο που σκότωσε με βέλη εννέα ήλιους σε μια ημέρα όπου οι 10 ήλιοι κατά την πρωτόγονη εποχή σκέφτηκαν να ανεβούν στον ουρανό και να κάψουν τη Γη. Ο Γι είχε πάρει από τους θεούς το φάρμακο της αθανασίας η γυναίκα του το γνώριζε και κατά την απουσία του το ήπιε. Ο Γι οργίστηκε και αυτή κατέφυγε στη Σελήνη και ζήτησε την προστασία του λαγού. Τότε έδωσε μάχη ο λαγός με τον Γι και τον ανάγκασε να μην τιμωρήσει τη σύζυγό του η οποία από τότε κατοικεί στη Σελήνη.
Πρόκειται για μια ωραιότατη νέα γυναίκα. Το όνομά της αναφέρεται στα μυθιστορήματα και στα ποιήματα που λένε όταν μιλούν για μια ωραία γυναίκα «Ωραία σαν την Χενγκ Γκο που κατέβηκε από τη Σελήνη».

Στη Λατινική Αμερική, στην Ονδούρα και το Μεξικό, λατρεύονταν επίσης η Σελήνη και υπάρχει ο παράξενος μύθος της «λευκής γυναίκας». Μια λευκή γυναίκα ασύγκριτης ομορφιάς κατέβηκε από τον ουρανό στην πόλη Σεαλκοκουϊν. Εκεί έκτισε ανάκτορο το οποίο διακόσμησε με παράδοξες μορφές ανθρώπων και ζώων και τοποθέτησε στον κύριο ναό μια πέτρα, που από τις τρεις πλευρές της παρουσίαζε μυστηριώδεις μορφές. Ήταν φυλακτό για να νικάει τους εχθρούς της. Αν και παρέμεινε παρθένα, γέννησε τρεις γιούς, που τους μοίρασε τα κράτη της όταν γέρασε. Μετά πήγε το κρεβάτι της στο υψηλότερο σημείο του παλατιού της και εξαφανίστηκε στον ουρανό με τη μορφή ωραίου πτηνού».

Για τους Ασσύριους και τους Βαβυλώνιους ο Θεός-Σελήνη είχε την πρώτη θέση στην αστρική τριάδα. Τα δύο άλλα μέλη ήταν ο Σαμάς, δηλαδή ο Ήλιος, και η Ιστάρ, δηλαδή ο πλανήτης Αφροδίτη. Ο Σιν που στο Ουρ τον λάτρευαν με το όνομα Ναννάρ ήταν γέρος με μακριά γενιάδα στο χρώμα του λαζουρίτη. Συνήθως φορούσε σαρίκι και κάθε βράδυ ανέβαινε στη βάρκα του, που κατ’ άλλους δεν ήταν βάρκα, αλλά το φωτεινό όπλο του Σιν, δηλαδή τον λαμπερό μηνίσκο της Σελήνης και διέτρεχε τεράστιες ουράνιες αποστάσεις. Όσο για την πανσέληνο που σε τακτά διαστήματα έλαμπε στον ουρανό σαν στέμμα ήταν το ίδιο το θεϊκό στέμμα το οποίο τότε το αποκαλούσαν «μύριον του διαδήματος» ή «εκείνος που κανείς θεός δεν ξέρει τί έχει στη βαθιά καρδιά του» επειδή μεταμορφωνόταν συνεχώς με κάποιο μυστήριο. Επειδή έστελνε την λάμψη του μέσα στο σκοτάδι της νύχτας ο Σιν είχε γίνει εμπόδιο στους κακοποιούς και στα εγκληματικά τους σχέδια γι αυτό τα πονηρά πνεύματα ήρθαν σε ρήξη μαζί του και αφού πήραν με το μέρος τους πρώτα τα παιδιά του Θεού τον Σαμάς και την Ιστάρ και ύστερα τον Αντάντ το θεό του κεραυνού κατόρθωσαν να τον επισκιάσουν. Η τάξη αποκαταστάθηκε με την επέμβαση του Μαρδούκ. Ο Σιν είχε και άλλες δικαιοδοσίες σχετικές με τη διαίρεση του χρόνου που του της είχε δώσει ο Μαρδούκ στην αρχή της δημιουργίας με τα εξής λόγια «Στην αρχή του μηνός θα φέγγεις πάνω στη χώρα ψηλός-ψηλός με κέρατα. Αυτό θα διαρκεί έξι ημέρες. Την έβδομη ημέρα θα κόβεις το στέμμα σου στα δυό. Στις 14 θα βγαίνεις ολόκληρος».
Ο Σιν ήταν και σοφός στο τέλος κάθε μήνα οι θεοί τον επισκεπτόταν και συζητούσαν μαζί του. Σύζυγός του ήταν η Νιγκάλ ή «Η μεγάλη Κυρία». Εκτός από τον Σαμάς και την Ιστάρ έλεγαν πως είχε κι άλλο γιο τον Νουσκού θεό της φωτιάς.

Μερικοί σλαβικοί μύθοι και παραδόσεις δίνουν ανθρωπομορφική εικόνα των σχέσεων ήλιου και σελήνης αν και το όνομα του δορυφόρου στη σλαβική Μέσιατζ είναι αρσενικού γένους. Πολλοί μύθοι παρουσιάζουν τον Μέσιατζ σαν ωραία νέα, την οποία ο ήλιος παντρεύεται στην αρχή του καλοκαιριού και την αποχωρίζεται το χειμώνα. Το θεϊκό ζευγάρι Ήλιου και Σελήνης γέννησε κατά του Σλάβους τα άστρα. Όταν οι σύζυγοι μαλώνουν γίνονται σεισμοί. Σε άλλους μύθους ο Μέσιατζ είναι αντίθετα ο σύζυγος και ο ήλιος η σύζυγος. Ένα ουκρανικό τραγούδι μιλά για το ανάκτορο (του ουράνιου θώλου) του οποίου κύριος είναι ο λαμπρός Μέσιατζ στο ίδιο τραγούδι ο ήλιος έχει τη θέση της συζύγου και τα αστέρια θεωρούνται τα παιδιά του ζευγαριού. Στις ημέρες μας απευθύνονται εξορκισμοί στο ωραίο φεγγαράκι με την παράκληση να γίνουν καλά οι άνθρωποι κ.λπ

Στη μυθολογία των Λιθουανών ιδιαίτερη θέση κατέχουν τα ουράνια σώματα. Οι μύθοι για τα αστέρια και τον ήλιο χρονολογούνται από την αρχαιότερη εποχή της λιθουανικής ειδωλολατρείας. Ίχνη τους συναντούμε στο λιθουανικό φολκλόρ ή μάλλον στο λιθουανο-λεττονικό, γιατί η δημοτική λεττονική ποίηση αποτελεί πηγή ιδιαίτερα πλούσια και πολύτιμη. Στη λιθουανική γλώσσα το όνομα του Ήλιου (Σαουλέ) είναι γένους θηλυκού, της Σελήνης (Μένουο) είναι γένους αρσενικού. Γι αυτό στους μύθους η Σελήνη είναι ο σύζυγος ή μνηστήρας ενώ ο Ήλιος η σύζυγος ή μνηστή. Η Σελήνη θεωρούνταν κυρία της νύχτας και ρυθμιστής του χρόνου. Η αστάθεια της διαδρομής της και η αλλαγή της μορφής της ερμηνεύτηκαν στους μύθους των Λιθουανών ως εξής: σύζυγος «άνδρας» του Ήλιου η Σελήνη δεν ήθελε να ακολουθήσει την πορεία της συζύγου του και ερωτευμένος με τον Αυγερινό απομακρυνόταν συνέχεια από τον Ήλιο και πλησίαζε το άστρο της Αυγής. Για αυτό ο θεός Περκούνας τιμώρησε τον σύζυγο Σελήνη κομματιάζοντάς τον με το ξίφος του σε δύο κομμάτια.
(μύθοι ανθρώπων)

Το πέταγμα της πεταλούδας


Μια φορά κι έναν καιρό, αρκετά χρόνια μετά τη δημιουργία του κόσμου, ο Μεγάλος Δημιουργός, καθισμένος στο μεγαλοπρεπή θρόνο του, ξεκουραζόταν βλέποντας μια ομάδα παιδιών, σε κάποιο χωριό, να παίζουν και να τραγουδούν.
Οι φωνές και τα γέλια τους έφταναν μέχρι τον ουρανό. Ήταν πολύ ευτυχισμένα. Ο Μεγάλος Δημιουργός τα κοίταζε και χαμογελούσε, αλλά ξαφνικά το χαμόγελό του πάγωσε. Τότε ακριβώς σκέφτηκε ότι τα παιδιά αυτά θα γεράσουν. Τα μαλλιά τους θα γκριζάρουν και θ’ ασπρίζουν, τα δόντια τους θα πέσουν. Τα αξιολάτρευτα κοριτσάκια θα μεγαλώσουν και θα γίνουν κουρασμένες γυναίκες με άσπρα μαλλιά και ζαρωμένα δέρματα. Ακόμη και τα κουτάβια που τώρα κυλιόταν με τα παιδιά στο χώμα θα γινόταν γέρικοι σκύλοι. Τα όμορφα λουλούδια που μοσχοβολούσαν θα μαραθούν και τα φύλλα θα πέσουν και τα δέντρα, με τα χρόνια, θα ξεραθούν.
Αυτές ήταν οι σκέψεις του Μεγάλου Δημιουργού και η καρδιά του άρχισε να γεμίζει θλίψη. Ήδη, ήταν Φθινόπωρο και η εικείμενη έλευση του Χειμώνα του βάραινε την καρδιά, κι ας ο καιρός ήταν ζεστός, κι ας έλαμπε ακόμη ο ήλιος.
Τη στιγμή που η καρδιά του Μεγάλου Δημιουργού ήταν έτοιμη να πλημμυρίσει από θλίψη, παρατήρησε ένα παιχνίδισμα του φωτός στο χώμα και τα κίτρινα φύλλα που ο άνεμος παρέσυρε εδώ κι εκεί. Το γαλάζιο του ουρανού πλημμύρισε τα μάτια Του, πρόσεξε το λευκό του καλαμποκάλευρου και ξαφνικά το χαμόγελο ζωντάνεψε στα χείλη του. Όλα αυτά τα χρώματα πρέπει να διατηρηθούν, σκέφθηκε οΔημιουργός. «Θα φτιάξω κάτι που θα το βλέπουν τα παιδιά και θα διασκεδάζουν. Κάτι που θα με κάνει χαρούμενο».
Ο Μεγάλος Δημιουργός πήρε την τσάντα του κι έβαλε μέσα μια ηλιαχτίδα, τα χρώματα, μια χούφτα γαλάζιο του ουρανού, λευκό από το καλαμποκάλευρο, λίγη σκιά από τα παιδιά που έπαιζαν, μαύρο από τα μαιλλιά ενό κοριτσιού, κίτρινο από τα φύλλα που έπεφταν, πράσινο από τις πευκοβελόνες, κόκκινο, μωβ και πορτοκαλί από τα λουλούδια. Αφού έβαλε όλα αυτά τα υλικά μέσα στην τσάντα πρόσθεσε και τα τραγούδια των πουλιών.
Έκλεισε την τσάντα, την κρέμασε στον ώμο του και περπάτησε σιγά-σιγά, προς το σημείο, όπου έπαιζαν τα παιδιά. Εκείνη την εποχή οι άνθρωποι ήταν ακόμη αγαθοί και μπορούσαν να δουν τον Μεγάλο Δημιουργό. Όταν έφτασε κοντά στα παιδιά ο Μεγάλος Δημιουργός είπε:
-Παιδιά αυτό είναι για σας. Ανοίξτε την τσάντα. Υπάρχει κάτι όμορφο μέσα.
Άφησε την τσάντα του εκεί και πήρε το δρόμο του γυρισμού. Τα παιδιά αμέσως άνοιξαν την τσάντα και τότε χιλιάδες πολύχρωμες πεταλούδες ξεχύθηκαν. Πέταξαν χορεύοντας γύρω από τα παιδιά. Κάθισαν για λίγο στα μαλλιά τους και ξανασηκώθηκαν πετώντας, κατά κύμματα, από λουλούδι σε λουλούδι. Τα παιδιά γοητεύτηκαν από το θέαμα και φώναζαν ότι δεν είχαν δει άλλη φορά κάτι τόσο όμορφο. Έλεγαν τραγούδια, για να ευχαριστήσουν τον Μεγάλο Δημιουργό. Οι πεταλούδες άρχισαν να τραγουδούν και τα παιδιά άρχισαν να τις μαζεύουν.
Ένα πουλί που τα είδε όλα, πέταξε και κάθισε στον ώμο του Μεγάλου Δημιουργού και του ψιθύρισε:
-Κύριε δεν είναι σωστό που έδωσες σ’ αυτά τα νέα και όμορφα πλάσματα τα τραγούδια μας. Όταν μας δημιούργησες, μας είπες ότι κάθε πουλί θα έχει το τραγούδι του. Τώρα έδωσε και σε άλλα πλάσματα αυτά τα τραγούδια. Δεν είναι αρκετό που έδωσες σ’ αυτά τα πλάσματα τα χρώματα του ουρανού;
-Έχεις δίκαιο, είπε ο Μεγάλος Δημιουργός, έδωσα σε κάθε πουλί από ένα τραγούδι και δεν έπρεπε να σας πάρω ό,τι σας ανήκει.
Έτσι, πήρε πίσω τα τραγούδια από τις πεταλούδες κι από τότε εκείνες παραμένουν σιωπηλές. Ωστόσο, όμως, ακόμη και σιωπηλές παραμένουν όμορφες!
(παλιό ινδιάνικο παραμύθι)

Ο Ερωτευμένος Άνεμος


Μια φορά κι έναν καιρό, πριν από πολλά-πολλά χρόνια, δεν θυμάμαι πόσα ακριβώς, σε μια χώρα μακρινή ζούσε ευτυχισμένη μια φυλή Ινδιάνων.
Ο αρχηγός της φυλής είχε μια κόρη που ήταν πασίγνωστη για την ομορφιά της. Όλοι την θαύμαζαν, αλλά ουδείς τολμούσε να την πλησιάσει ακόμη.
Μια μέρα ο αρχηγός καθόταν έξω από τη σκηνή του. Τότε τον επισκέφθηκε ο Άνεμος και παίρνοντας το πιο σοβαρό του ύφος είπε στον μεγάλο αρχηγό:
-Μεγάλε αρχηγέ, αγαπάω την κόρη σου και με αγαπά κι εκείνη.Θα μου την δώσεις να γίνει γυναίκα μου;
-Όχι, απάντησε αποφασιστικά ο μεγάλος αρχηγός και χωρίς να δεχτεί δεύτερη κουβέντα μπήκε στη σκηνή του.
Την επόμενη ημέρα η κοπέλα προσπάθησε να μιλήσει στον πατέρα της:
-Πατέρα, σε παρακαλώ κατάλαβέ με, αγαπώ τον Άνεμο. Θα μου επιτρέψεις να πάω στο κατάλυμμά του και να γίνω γυναίκα του; Σε παρακαλώ πατέρα!
-Όχι! Δεν σου το επιτρέπω, απάντησε αυστηρά και κοφτά ο μεγάλος αρχηγός και συνέχισε:
-Όταν ο Άνεμος ήταν μικρός συνήθιζε να έρχεται στο αντίσκηνό μου, μέσα από μικρές χαραμάδες και έσβηνε πάντοτε τη φωτιά που προσπαθούσα με τόσο κόπο ν’ ανάψω. Δεν γνωρίζει ούτε να πολεμάει, ούτε να κυνηγάει και δεν σου επιτρέπω να γίνεις γυναίκα του!,τόνισε ο μεγάλος αρχηγός.
Αμέσως ο μεγάλος αρχηγός σκέφθηκε ότι θα έπρεπε να απομακρύνει την κόρη του από τον Άνεμο. Την άρπαξε από το χέρι και την οδήγησε σε ένα αδιαπέραστο δάσος από μαύρα έλατα, για να την κρύψει από τον Άνεμο.
-Ο Άνεμος ίσως να την έβλεπε αν την έκρυβα μέσα σ’ ενα πευκοδάσος, όμως, δεν θα μπορέσει ποτέ να την διακρίνει μέσα σ’ ένα τόσο πυκνό δάσος από μαύρα έλατα, μονολογούσε ο μεγάλος αρχηγός, καθώς γύριζε στο χωριό του.
Ο Άνεμος, όμως, είχε γίνει αόρατος κι όση ώρα ο μεγάλος αρχηγός μονολογούσε, στεκόταν εκεί κοντά και άκουσε με μεγάλη προσοχή κάθε του λέξη. Έτσι, μόλις έπεσε η νύχτα, ο Άνεμος άρχισε να τρέχει γύρω από το πυκνό μαύρο δάσος, μέχρι που ανακάλυψε ένα μικρό κενό και μπόρεσε να εισχωρήσει ανάμεσα από τα δέντρα. Ώρες ολόκληρες έψαχνε ανάμεσα στα δέντρα για να βρει την αγαπημένη του και τελικά την ανακάλυψε και την οδήγησε έξω από το μαύρο δάσος.
Οι δύο ερωτευμένοι δεν τόλμησαν να πλησιάσουν, ξανά, τους άλλους ινδιάνους επειδή φοβόταν την μανία του μεγάλου αδελφού. Μάλιστα, ο Άνεμος ήταν σίγουρος ότι ο αρχηγός θα προσπαθούσε να πάρει πίσω την κόρη του κι έτσι έψαξε άλλον τόπο, για να ζήσουν. Ταξίδεψαν αρκετά μέσα στο σκοτάδι της νύχτας με κατεύθυνση τον βορρά. Τελικά, βρήκαν έναν πολύ όμορφο τόπο, για να στήσουν το κατάλυμά τους. Την ίδια, κιόλας νύχτα την πήρε στην αγκαλιά του και την έκανε γυναίκα του.
Ο καιρός περνούσε και οι δύο ερωτευμένοι χαιρόταν την αγάπη τους χωρίς να υποψιάζονται ότι ο μεγάλος αρχηγός τους αναζητούσε και ότι θα μπορούσε να τους εντοπίσει. Ωστόσο, ο πατέρας της κοπέλας τους αναζητούσε με μανία, μέχρι που στο τέλος ανακάλυψε το κατάλυμμά τους.
Τότε ο Άνεμος έκρυψε τη νεαρή γυναίκα του κι ο ίδιος έγινε αόρατος. Ο μεγάλος αρχηγός άρχισε να καταστράφει τα πάντα γύρω του. Χωρίς να το καταλάβει ο μεγάλος αρχηγός κατάφερε ένα δυνατό χτύπημα στο κεφάλι του Ανέμου, που τον άφησε αναίσθητο. Μετά από ώρα ο Άνεμος ξαναβρήκε τις αισθήσεις του και έψαξε σαν τρελλός για τη γυναίκα του. Ανακάλυψε ότι είχε εξαφανιστεί. Περιπλανήθηκε σαν τρελλός στα δάση και στο τέλος την είδε μέσα σ΄ένα κανό που οδηγούσε ο πατέρας της, στο Μεγάλο Νερό.
-Αγαπημένη μου έλα μαζί μου, άρχισε να της φωνάζει με απελπισία.
Η κοπέλα που άκουσε τη φωνή του αγαπημένου της να την καλεί, αλλά δεν έβλεπε τίποτε γύρω της, κατατρόμαξε και το πρόσωπό της έγινε λευκό σαν το χιόνι. Ο Άνεμος μετά το χτύπημα που του κατάφερε ο μεγάλος αρχηγός στο κεφάλι είχε ξεχάσει πώς να μεταμορφώνεται και παρέμενε αόρατος.
Ο Άνεμος θύμωσε πάρα πολύ με τον μεγάλο αρχηγό και φύσηξε με όλη του τη δύναμη πάνω στο κανό.
-Ας αναποδογυρίσει, σκέφθηκε, μπορώ να μεταφέρω τη γυναίκα μου ασφαλή στην ξηρά.
Το κανώ αναποδογύρισε, εξαιτίας του φυσήματος του ανέμου και ο μεγάλος αρχηγός και οι δύο τους έπεσαν μέσα στο νερό.
-Έλα αγαπημένη μου, πιάσε το χέρι μου, φώναζε ο Άνεμος στην κοπέλα.
Μα δεν θυμόταν ότι ήταν αόρατος και η κοπέλα δεν μπορούσε να δει το χέρι του. Η κοπέλα άρχισε να βουλιάζει μέχρι που βρέθηκε στον πάτο της λίμνης, όπως κι ο μεγάλος αρχηγός, αφού ο άνεμος δεν προσπάθησε να τον βοηθήσει.
Όταν ο Άνεμος κατάλαβε ότι η αγαπημένη του είχε χάσει τη ζωή της εξαιτίας του, κυριεύτηκε από τη θλίψη και άρχισε να αγριεύει.
-Ο Άνεμος ποτέ δεν φυσούσε τόσο δυνατά και θλιμμένα, έλεγαν οι ινδιάνοι και έτρεχαν να προφυλαχτούν μέσα στις καλύβες τους.
Το Μεγάλο Πνεύμα λυπήθηκε πολύ την κοπέλα που έχασε τη ζωή της τόσο άδικα πέφτοντας στο νερό και την επόμενη νύχτα, την πήρε στα χέρια του και από τον πάτο της λίμνης την μετέφερε ψηλά στ’ αστέρια και της έδωσε ένα σπίτι στο Φεγγάρι. Η κοπέλα ζει ακόμη εκεί, όμως, το πρόσωπό της παραμένει κατάλευκο, όπως τη στιγμή που τρομαγμένη έπεσε από το κανώ.
Έτσι, τις νύχτες, στο σεληνόφως, η κοπέλα κοιτάζει κάτω στη Γη, προσπαθώντας να βρει τον αγαπημένο της Άνεμο, αλλά δεν ξέρει ότι είναι αόρατος.
Ο Άνεμος από την πλευρά του, δεν γνωρίζει, πως εκεί ψηλά στο Φεγγάρι βρίσκεται η αγαπημένη του γυναίκα του, που χάθηκε κι έτσι περιπλανιέται στα δάση και ψάχνει ανάμεσα στα βράχια των βουνών να την βρει, όμως, ποτέ δεν σκέφτεται να κοιτάξει ψηλά στο Φεγγάρι...

Από το βιβλίο της Florence Holbrook “The Book of Nature Myths”,1904

Η Τρέλλα και ο Έρωτας

Μια φορά κι έναν καιρό, τις πρώτες ημέρες της δημιουργίας, όταν ο άνθρωπος ακόμη δεν είχε συνειδηοποιήσει ποιός ήταν, τότε που τα συναισθήματα είχαν σάρκα και οστά και μπορούσε να τα δει ο καθένας, ο Μεγάλος Δημιουργός αποφάσισε να βάλει τα πράγματα στη θέση τους.

Τα συναισθήματα και οι αξίες που προορίζονταν, για να καθοδηγούν τις ζωές των ανθρώπων, έλαβαν ειδοποίηση να συγκεντρωθούν σε κάποιο συγκεκριμένο σημείο, της, τότε, νεαρής γης μας. Μαζεύτηκαν, λοιπόν, όλες οι αξίες και τα συναισθήματα και, καθώς, περνούσαν οι ώρες και δεν γινόταν τίποτε, άρχισαν να βαριούνται.

Τότε, η Τρέλλα κοίταξε την Ανία, που καθόταν σε μια γωνία έτοιμη να κλάψει, και την λυπήθηκε. Σκέφτηκε τί θα μπορούσε να κάνει, για να την βοηθήσει και τότε σηκώθηκε όρθια φωνάζωντας:

-Ανία, μην κάθεσαι, σήκω να παίξουμε κρυφτό!

Όλα τα συναισθήματα και οι αξίες, τότε γύρισαν προς το μέρος της Τρέλλας. Το Ενδιαφέρον, με ορθάνοιχτα μάτια περίμενε να ακούσει περισσότερα, ενώ η Περιέργεια ρώτησε:

-Τρέλλα για πες μου τί είναι το κρυφτό; Έλα-έλα μην αργείς πες μου τί είναι το κρυφτό!

Πιο πέρα ο Ενθουσιασμός –που δεν ήξερε τί είναι αυτό που πρότεινε η Τρέλλα- είχε, ήδη αρπάξει από το χέρι την Ευφορία και άρχισαν το χορό, ενώ, λίγο πιο πέρα, η Χαρά, διαπιστώνοντας ότι κάποιοι δεν ήθελαν ν’ ακούσουν για παιχνίδια, άρχισε να χοροπηδά, μπροστά στην Απάθεια και το Δίλημμα, προσπαθώντας να τους παρακινήσει να λάβουν μέρος. Αλλά δεν ήταν μόνον η Απάθεια και το Δίλημμα που δεν έδειχναν διάθεση να παίξουν. Η Αλήθεια αρνήθηκε, γιατί ήξερε, πώς αργά ή γρήγορα θα την ανακαλύψουν, ενώ η Υπεροψία δήλωσε ότι το παιχνίδι είναι χαζό και η Ανανδρεία ουδεμία διάθεση είχε να ρισκάρει...

Ποιός, όμως, μπορεί ν’ αντισταθεί στην Τρέλλα, που ήταν αποφασισμένη να παίξει. Έτσι, λοιπόν, έκλεισε τα μάτια της και φώναξε:

-Εμπρός-εμπρός κρυφτήτε. Θα μετρήσω μέχρι τα εκατό και βγαίνω. Κανείς δεν μπορεί να μου κρυφτεί.! Ένα...δύο...

-Ωχ! δεν μπορώ να τα βάλω μαζί σου Τρέλλα, γκρίνιαξε η Τεμπελιά και κρύφτηκε πίσω από ένα βράχο που βρήκε μπροστά της.

Η Πίστη χαμογέλασε με νόημα και πέταξε ψηλά στους ουρανούς, ενώ η Ζήλια κρύφτηκε στη σκιά του Θριάμβου, ο οποίος, χρησιμοποώντας τη μεγάλη του δύναμη, σκαρφάλωσε στην κορυφή του πιο ψηλού δέντρου.

Ο Αλτρουϊσμός δεν κατάφερε να κρυφτεί, διότι όποια κρυψώνα βρήκε, τελικά την παραχώρησε σε κάποιον άλλον. Την ίδια τύχη είχει και η Γενναιοδωρία, η οποία παραχώρησε όλες τις πιθανές κρυψώνες της σε όποιον τις ζήτησε.

Ο Εγωϊσμός βρήκε την καλύτερη κρυψώνα, αλλά, για κακή του τύχη, τον ακολούθησε και η Ρουφιανιά.

Το Ψέμα βούτηξε στη θάλασσα και κρύφτηκε στον πάτο του ωκεανού.

Το Πάθος και ο Πόθος, πιασμένοι χέρι-χέρι, πήδηξαν, χωρίς δεύτερη σκέψη, σ’ ένα ηφαίστειο.

Ο Έρωτας έψαχνε με αγωνία μια κρυψώνα, αλλά δεν μπορούσε να βρει την κατάλληλη. ΄Ολες οι κρυψώνες ήταν κατειλημμένες, ώσπου βρήκε μια τριανταφυλλιά-θάμνο και κρύφτηκε εκεί.

Ίσα που πρόλαβε γιατί ακούστηκε αποφασιστική η φωνή της Τρέλλας:

-Εκατό και βγαίνω...

Άνοιξε τα μάτια της κι άρχισε να ψάχνει. Αμέσως βρήκε την Τεμπελιά, αφού δεν είχε κρυφτεί μακριά.

Αμέσως μετά βρήκε την Πίστη, η οποία στους ουρανούς είχε πιάσει κουβέντα με τον Μεγάλο Δημιουργό. Ένιωσε το σεισμό του Πάθους και του Πόθου που είχαν κρυφτεί στο ηφαίστειο και αφού βρήκε τη Ζήλια δεν δυσκολεύτηκε να ανακαλύψει το Θρίαμβο, ο οποίος έπλεκε εγκώμιο στο εαυτό του για την θαυμάσια κρυψώνα που ανακάλυψε. Έπεσε πάνω στο Δίλημμα, που δεν είχε αποφασίσει πού να κρυφτεί.

Η γενναιοδωρία φανερώθηκε μόνη της, για να βοηθήσει και το παράδειγμά της ακολούθησε ο Αλτρουϊσμός.

Η Ρουφιανιά δεν άντεξε και πηγαίνοντας να καταδώσει τον Εγωϊσμό, αποκαλύφθηκε κι αυτή.

Η Τρέλλα σιγά-σιγά, τους βρήκε όλους. Όλους; Ε! Όχι κι όλους. Ο Έρωτας που είναι;

Η Τρέλλα φουρκισμένη άρχισε να ψάχνει παντού. Έψαξε όλα τα βουνά, τα δέντρα, τις σπηλιές, τα κατάβαθα της θάλασσας, των ωκεανών, τα πλάτη και τα μήκη των ουρανών. Ο Έρωτας πουθενά... Απελπισμένη, εξαγριωμένη και κουρασμένη ήταν έτοιμη να τα παρατήσει, όταν είδε την τριανταφυλλιά-θάμνο. Αυτό ήταν το μόνο μέρος που δεν είχε ψάξει. Πλησίασε και άρχισε να κλωτσά με όλη της τη δύναμη την τριανταφυλλιά και δεν σταμάτησε μόνον όταν άκουσε βογκητά πόνου από το θάμνο. Ο Έρωτας βογκούσε, αφού τα αγκάθια της τριανταφυλλιάς τον είχαν τυφλώσει!

Η Τρέλλα πάγωσε, ταράχτηκε, άρχισε να κλαίει, γονάτισε και ζητούσε συγγνώμη από τον Έρωτα. Δεν ήξερε τί να κάνει, για να επανορθώσει. Παρακάλεσε γονατιστή το Μεγάλο Δημιουργό να δώσει στον Έρωτα το φως, αλλά όλα ήταν μάταια.

Τότε η Τρέλλα με σκυμμένο κεφάλι έπιασε τον Έρωτα από το χέρι και του ορκίστηκε να μείνει μαζί του και να τον οδηγεί, στην αιωνιότητα... Έτσι, λοιπόν, τυφλώθηκε ο Έρωτας και τον συνοδεύει η Τρέλλα...

(παλιό ινδιάνικο παραμύθι)