Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2009

Η ονειροπαγίδα της Γυναίκας Αράχνης

Μια φορά κι έναν καιρό, όταν το Μεγάλο Πνεύμα είχε πλάσει τον άνθρωπο και τον έβαλε να ζει πάνω στη μάνα γη, διαπίστωσε ότι αυτός ζούσε μόνον με βάση τους κανόνες και τις αξίες που του έμαθε, χωρίς, όμως, να προσμένει τίποτε άλλο πέρα από το σήμερα, το τώρα.

Τότε ο Μεγάλος Δημιουργός λυπήθηκε τον άνθρωπο που δεν είχε τίποτε να περιμένει στη ζωή του και αποφάσισε να του δώσει τα όνειρα, διότι ζωή χωρίς όνειρα είναι μια ζωή άχαρη. Σκέφτηκε πολύ πώς να βάλει τα όνειρα στη ζωή των ανθρώπων και τότε φώναξε τις πεταλούδες που κουβαλούσαν το φως και τα χρώματα του ουρανού και της γης και τις ανέθεσε το έργο να μεταφέρουν στα φτερά τους τα όνειρα. Έτσι κάθε που οι άνθρωποι κουρασμένοι από τις εργασίες και τις ασχολίες της ημέρας έπεφταν να κοιμηθούν, οι πεταλούδες αθόρυβα πετούσαν μαλακά πάνω από τα κρεβάτια τους και έφερναν τα όνειρα. Στην αρχή οι άνθρωποι ξυπνούσαν χαρούμενοι και ευχαριστημένοι, γιατί τα όνειρά τους ήταν μόνον φωτεινά και τους γέμιζαν με χαρά και αισιοδοξία. Όμως, τα κακά πνεύματα, οι θεοί του Κάτω Κόσμου, αποφάσισαν να επέμβουν και τότε κάποια βράδυα κατάφερναν να ξεγελάσουν τις πεταλούδες και να τρομάζουν τους ανθρώπους με όνειρα που τους αναστάτωναν. Οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να ησυχάσουν και να ηρεμήσουν.

Όπως λένε μάλιστα οι παλιές διηγήσεις τα κακά πνεύματα, οι θεοί του Κάτω Κόσμου, δεν είχαν άλλη ασχολία από το να πολεμούν τον άνθρωπο ακόμη και στον ύπνο του. Οι ίδιες διηγήσεις λένε μάλιστα ότι προκλήθηκε μεγάλη αναστάτωση από τις εξελίξεις αυτές και θεοί και άνθρωποι προσπαθούσαν να βρουν τρόπους να προστατευτούν, από τους θεούς του Κάτω Κόσμου, τουλάχιστον, στον ύπνο τους. Ιδιαίτερα ανησυχούσαν για τα παιδιά τους. Τότε οι θεοί με τη βοήθεια της Ασιμπικάασι, που το όνομά της σημαίνει «γυναίκα αράχνη», έβαλαν τον Ήλιο στην πορεία του, αλλά κι αυτό δεν βοήθησε και πολύ τα πράγματα. Τότε άνθρωποι και θεοί έβλεπαν τη Γυναίκα Αράχνη να υφαίνει έναν ιστός, το λυκόφως, για να προστατέψει τα παιδιά της από τα κακά πνεύματα που βρίσκουν την ευκαιρία να κυκλοφορούν ελεύθερα τη νύχτα.

Η Γυναίκα Αράχνη, που ήταν σοφή, συμβούλεψε τις γυναίκες να υφαίνουν ονειροπαγίδες για νας προστατέψουν τα παιδιά τους από τους υποτακτικούς των θεών του Κάτω Κόσμου, τα κακά πνεύματα που τάραζαν τον ύπνο τους. Πρώτες οι γυναίκες της φυλής των Οτζίμπουε άρχισαν να υφαίνουν τις ονειροπαγίδες και τις ονόμαζαν ασαμπικεσιίν, δηλαδή «εφεύρημα της γυναίκας αράχνης».

Οι γυναίκες ύφαιναν τις ονειροπαγίδες σαν δίχτυ με κλωστές από νεύρα σε στεφάνια από ξύλο ιτιάς, με τρόπο που η αράχνη έπλεκε τον ιστό της. Στη συνέχεια τις διακοσμούσαν με χάντρες και φτερά και τις κρεμούσαν πάνω από τα κρεβάτια των παιδιών, για τα προστατέψουν από τα όνειρα που έφερναν τα κακά πνεύματα. Στη μέση η ονειροπαγίδα είχε μια τρύπα, απ’ όπου μπορούσαν να περάσουν μόνον τα καλά όνειρα, αυτά που κουβαλούσαν στα φτερά τους οι πεταλούδες, ενώ τα όνειρα των κακών πνευμάτων μπλέκονταν και σκάλωναν στον ιστό. Εκεί θα παρέμεναν μπλεγμένα και θα διαλύονταν με την πρώτη ακτίδα του Ήλιου. Η ονειροπαγίδα σιγά-σιγά, όσο μεγάλωνε το παιδί φθείρονταν και καταστρεφόταν.

Στο κάτω μέρος της ονειροπαγίδας οι μητέρες τοποθετούσαν ένα φτερό, που αν ήταν από κουκουβάγια είχε σκοπό να διδάξει στο παιδί την σοφία, αλλιώς να του μάθει τη δύναμη του ανέμου και όταν μεγάλωνε θα γινόταν το πρώτο του φτερό. Η Γυναίκα Αράχνη είχε διδάξει στις γυναίκες ότι αυτές οι ονειροπαγίδες ήταν μόνον για την προστασία των μωρών και γι αυτό όσο μεγάλωνε το παιδί έπρεπε να φθείρονται και να καταστρέφονται, μέχρι να καταστραφούν εντελώς. Τότε το παιδί δεν χρειαζόταν προστασία και μπορούσε πλέον να αντιμετωπίσει τους υποτακτικούς των θεών του Κάτω Κόσμου στη ζωή του. Οι μητέρες μάθαιναν στα παιδιά τους να μεγαλώνουν και να αποκτούν το ψυχικό σθένος, ώστε να είναι ικανά να διώχνουν τα κακά πνεύματα από τη ζωή τους, χωρίς τη βοήθεια της ονειροπαγίδας. Μάθαιναν στα παιδιά τους να παλεύουν με τους Δαίμονες.

Μερικές φορές, όμως, οι θεοί του Κάτω Κόσμου, έβαζαν στο μάτι κάποιον ο οποίος δεν ήταν μωρό, αλλά μεγάλος άνθρωπος. Και για την περίπτωση αυτή η Γυναίκα Αράχνη είχε την απάντηση. Έμαθε στις γυναίκες να φτιάχνουν ονειροπαγίδες από ανθεκτικά υλικά, όπως κλαδί ελιάς, κλωστές, δέρματα, σε μεγαλύτερο μέγεθος και να τοποθετούν –όταν η κατάσταση ήταν πολύ σοβαρή- στο κέντρο της ονειροπαγίδας έναν καθρέφτη, ώστε τα κακά πνεύματα, όταν πλησίαζαν, να βλέπουν τον εαυτό τους, να τρομάζουν και να φεύγουν.

Οι Σιου, έλεγαν ότι την ονειροπαγίδα δεν την δίδαξε στις γυναίκες η Γυναίκα Αράχνη, αλλά ο θεός και δάσκαλος της σοφίας ο Ικτόμι, ο οποίος εμφανίστηκε σε όραμα του αρχηγού της φυλής και του εξήγησε πώς μπορεί ο άνθρωπος να προστατευτεί από τα κακά πνεύματα. Στη συνέχεια, ο Ικτόμι πήρε ένα στεφάνι από ιτιά που είχε φτερά και χάντρες, τρίχες αλόγου και άλλες προσφορές και άρχισε να πλέκει από έξω προς το κέντρο ένα δίχτυ που έμοιζε με τον ιστό της αράχνης. Φυσικά, για να προστατέψει η ονειροπαγίδα, οπωσδήποτε, τόσο αυτός που την φτιάχνει, όσο και αυτός που τη χρησιμοποιεί πρέπει να πιστεύουν στο Μεγάλο Πνεύμα, στο Μεγάλο Δημιουργό...

(Πηγή: Η Μυθολογία των Ινδιάνων της Βόρειας Αμερικής)

Τρίτη, 11 Αυγούστου 2009

Λούνα: Η κόρη της Σελήνης


Μια φορά κι έναν καιρό σε μια μακρινή χώρα, σε μια πόλη κρυμμένη μέσα στη ζούγκλα, γεννήθηκε ένα κορίτσι, που έγινε, όταν μεγάλωσε η πιο όμορφη γυναίκα της γης.

Δεν υπήρχε άνθρωπος που να την κοίταζε και η ομορφιά της να μην μαγνήτιζε το βλέμμα του. Όπως έλεγαν στην πόλη της, όταν γεννήθηκε η Λούνα, τα αστέρια στον ουρανό άρχισαν να πέφτουν, επειδή δεν μπορούσαν να ανταγωνιστούν την ομορφιά της. Εκείνη τη νύχτα είχε πανσέληνο και γι αυτό η οικογένεια της μικρής την ονόμασε Λούνα, δηλαδή Σελήνη.

Από μικρή η Λούνα σπάνια έβγαινε από το σπίτι της. Τα βράδυα μόνον συνήθιζε να κάθεται στο παραθύρι της και να παρατηρεί τον ουρανό και τότε τα παλλικάρια της περιοχής μαζεύονταν για να δουν το πρόσωπό της. Εκείνη δεν έριχνε τα μάτια της στη γη και όταν η μάνα της και η γιαγιά της, της έλεγαν ότι ήρθε η ώρα να διαλέξει τον εκλεκτό της καρδιά της εκείνη απαντούσε κοφτά, κόβοντας κάθε συζήτηση:

-Μην ελπίζετε! Θα κάνω άντρα μου τον πιο όμορφο που θα αποφασίσει να με παντρευτεί. Μάλιστα, μια νύχτα, μπροστά στη μάνα της και τη γιαγιά της πήρε όρκο ότι δεν θα παντρευόταν παρά μόνον τον πιο όμορφο άντρα. Στη συνέχεια άνοιξε την πόρτα και βγήκε, για να περπατήσει δίπλα στο ποτάμι της πόλης, όπως συνήθιζε κάθε φορά που είχε πανσέληνο.

Τα χρόνια περνούσαν και η ομορφιά της Λούνα έγινε γνωστή σε όλη τη χώρα. Στην πόλη έφταναν παλλικάρια απ’ όλη τη χώρα, για να διεκδικήσουν την καρδιά της, αλλά αυτή παρέμενε κλεισμένη στο σπίτι της και απέρριπτε όλες τις προτάσεις.

Μια νύχτα, λοιπόν, που το φεγγάρι ήταν ολόγιομο, η Λούνα είχε βγει να περπατήσει στην όχθη του ποταμού. Εκείνη τη στιγμή, έφτασε στην πόλη μια άμαξα που μετέφερε ένα πολύ όμορφο νέο άνδρα. Την είδε να περπατά δίπλα στο ποτάμι και τα μάτια του έμειναν επάνω της. Δεν είχε δει πιο σπάνια ομορφιά. Ο έρωτας γι αυτήν φώλιασε αμέσως στην καρδιά του. Προσπάθησε να της μιλήσει, αλλά μάταια. Την είδε όταν η Σελήνη άρχισε να γέρνει στον ουρανό να παίρνει το δρόμο για το σπίτι της.

Μόλις ξημέρωσε η μέρα ο νεοφερμένος άνδρας ρώτησε στην πόλη για την περίεργη γυναίκα που είδε το βράδυ στο ποτάμι και τότε έμαθε ότι είχε αρνηθεί τον έρωτα όλων των ανδρών της περιοχής.

Της έστειλε γράμματα αγάπης, αλλά δεν πήρε απάντηση. Της έστειλε λουλούδια και δώρα, αλλά του τα επέστρεψε. Εκείνος, όμως, ήταν αποφασισμένος κι εκείνη δεμένη στον όρκο της. Ο νεαρός περίμενε την πανσέληνο για να βγει από το σπίτι της η Λούνα. Κρύφτηκε στους θάμνους στην όχθη του ποταμού και περίμενε υπομονετικά, ώσπου άκουσε το θρόϊσμα από τα βήματά της. Τότε άρχισε να της τραγουδά απαλά: «Λούνα,άκου, άκου! Ποιός μιλά στα νερά και ποιός κλαίει; Είμαι εγώ που φωνάζω και είμαι εγώ που κλαίω, μ’ ακούς; Λούνα σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, μ’ ακούς; Θέλω να σε παντρευτώ μ’ ακούς;».

Η Λούνα σταμάτησε και μίλησε: «Πού είσαι έβγα να σε δω!». Το παλλικάρι βγήκε κι εκείνη έμεινε άφωνη από την ομορφιά του.

-Πες μου που είναι το σπίτι σου κι η μάνα σου να έρθω να κανονίσουμε τις λεπτομέρειες του γάμου, της είπε καθώς πλησίαζε.

Πραγματικά, τον επόμενο μήνα η πόλη βρισκόταν στο πόδι, καθώς ετοίμαζαν το γάμο της Λούνα με τον Χεσούς. Ο γάμος έγινε και όλοι ορκίζονταν πως δεν είχαν δει πιο ευτυχισμένο ζευγάρι στη ζωή τους. Όλα πήγαιναν καλά. Μάλιστα, το ζευγάρι απέκτησε και δύο παιδιά.

Ξαφνικά, όμως, ο Χεσούς άρχισε να παραμελεί τη Λούνα. Έφευγε από την πόλη και έκανε μήνες να επιστρέψει χωρίς να στέλνει ούτε γράμμα, ούτε γραφή. Όταν επέστρεφε ασχολούνταν μόνον με τα παιδιά του. Η Λούνα ήταν σαν να μην υπήρχε...

Κάποτε ο Χεσούς χαιρέτισε τα παιδιά του και έφυγε, χωρίς να πει κουβέντα, ούτε για το πού πάει, ούτε για το πότε θα γυρίσει. Οι μέρες, οι εβδομάδες και οι μήνες περνούσαν και ο Χεσούς ήταν άφαντος. Όλοι στην πόλη αναρωτιώταν τί μεσολάβησε και η σχέση του πιο αγαπημένου ζευγαριού κατήντησε έτσι, αλλά απάντηση δεν υπήρχε. Η Λούνα δεν απαντούσε ούτε στις ερωτήσεις της μητέρας της και της γιαγιάς της. Ούτε κουβέντα για το θέμα.

Ίσως να πέρασαν δύο χρόνια από την τελευταία αναχώρηση του Χεσούς και όλοι, πλέον, τον είχαν ξεγράψει. Η Λούνα δεν μιλούσε ποτέ και σε κανέναν. Μια μέρα μαζί με τα δύο της παιδιά πήγε στο ποτάμι για να πλύνει τα ρούχα της οικογένειας. Τότε ακούστηκε το ποδοβολητό αλόγων. Μια άμαξα εμφανίστηκε στο ποτάμι. Ήταν ο Χεσούς με μια άλλη γυναίκα. Μίλησε στα παιδιά του, αλλά δεν έριξε ούτε ένα βλέμμα στη Λούνα. Η καρδιά της κυριεύτηκε απόμίσος και εκδίκηση. Το μόνο που σκεφτόταν ήταν πώς θα εκδικηθεί τον άπιστο σύζυγό της. Και τότε χωρίς να το πολυσκεφτεί άρπαξε τα παιδιά της και τα έπνιξε στο ποτάμι. Έχασε το μυαλό της είπαν. Πραγματικά, νύχτες ολόκληρες καθόταν στην όχθη του ποταμού και έκλαιγε ζητώντας από το ποτάμι να της φέρει πίσω τα παιδιά της, αλλά ήταν αργά.

Τότε απελπισμένη πια έπεσε στο ποτάμι και πνίγηκε κι αυτή! Από τότε οι χωρικοί της περιοχής επιμένουν πως κάθε φορά που έχει πανσέληνο μια ασπροντυμένη γυναίκα περπατά στην όχθη του ποταμού και κλαίγοντας ζητεί συγχώρεση, ψάχνοντας τα παιδιά της, γι αυτό και κάθε πανσέληνο οι χωρικοί κλείνουν τα παιδιά τους στο σπίτι, για να τα κρατήσουν μακριά από το ποτάμι...

(Πηγή: Λαϊκό Μεξικάνικο τραγούδι)

Σάββατο, 8 Αυγούστου 2009

Τα παιδιά των αστεριών



Μια φορά κι έναν καιρό, την εποχή που δεν υπήρχε ακόμη η γη, ο μεγάλος αρχηγός Τιράβα και η σύζυγός του η Ατίρα ζούσαν στον ουρανό. Στο κέντρο βρίσκονταν πάντα ο μεγάλος αρχηγός και η σύζυγός του, ενώ γύρω τους καθόταν όλοι οι υπόλοιποι θεοί. Σιγή επικρατούσε παντού και τότε ο Τιράβα κοιτάζοντας έναν-έναν τους άλλους θεούς στα μάτια τους μίλησε:

-Αποφάσισα να αναθέσω στον καθέναν από σας να εκτελέσει μια αποστολή στον ουρανό. Για τον σκοπό αυτό θα σας δώσω μέρος της δύναμής μου, διότι αποφάσισα να δημιουργήσω ανθρώπους κατ’ εικόνα και ομοίωσή μου. Η αποστολή σας από δω και πέρα θα είναι να τους προστατεύετε και να τους φροντίζετε.

Οι υπόλοιποι θεοί δεν πρόλαβαν να μιλήσουν, γιατί ο μεγάλος αρχηγός άρχισε να δίνει εντολές και να τοποθετεί τον καθέναν στη θέση του. Έτσι διέταξε τον Σακούρου, δηλαδή τον Ήλιο, να πάει στην ανατολή και να χαρίζει το φως του και την θερμότητά του. Στην συνέχεια διέταξε τον Εσπερινό, το Λαμπρό Αστέρι να μείνει στη θέση του, δηλαδή στη δύση.

-Θα μείνεις στη δύση και από δω και πέρα θα σε ονομάζουν μητέρα όλων των πραγμάτων, διότι από σένα να δημιουργηθούν όλα τα πλάσματα.

Μετά ήρθε η σειρά του Αυγερινού, που τον ονόμαζαν Μεγάλο Αστέρι. Η αποστολή που του ανέθεσε ήταν να παραμείνει στην ανατολή και τον ονόμασε Πολεμιστή. Αυτός θα έσπρωχνε τον λαό στη δύση και έπρεπε να φροντίσει να μην μείνει κάποιος πίσω.

Πρώτο αστέρι του ουρανού έκανε τον Πολικό Αστέρα και τον τοποθέτησε στο βορρά. Αντίθετα, στο νότο, τοποθέτησε το Άστρο των Πνευμάτων ή το Άστρο του Θανάτου. Στη συνέχεια, ο Τιράβα τοποθέτησε ακόμη τέσσερα αστέρια, ένα βορειοανατολικά, ένα βορειοδυτικά, ένα νοτιοανατολικά και ένα νοτιοδυτικά, με αποστολή να είναι η φρουρά του ουρανού.

Ο μεγάλος αρχηγός στράφηκε στο Λαμπρό Αστέρι και του είπε:

-Περίμενε και θα σου στείλω τα σύννεφα, τους κεραυνούς και τις αστραπές και συ πρέπει να τους τοποθετήσεις κοντά στον Ουράνιο Κήπο. Εκεί θα δημιουργηθούν οι άνθρωποι, που θα τους ντύσω με δέρματα βούβαλων και θα τους δώσω παπούτσια.

Πριν ακόμη ο μεγάλος αρχηγός προλάβει να τελειώσει τη φράση του, τα σύννεφα συγκεντρώθηκαν, οι άνεμοι φύσηξαν με όλη τους τη δύναμη, οι αστραπές και οι κεραυνοί έτρεξαν να κρυφτούν μέσα στα σύννεφα. Ο ουρανός γέμισε σύννεφα και τότε ο Τιράβα πήρε μια πέτρα και τα χτύπησε. Αμέσως αυτά άνοιξαν και εμφανίστηκε μια τεράστια ποσότητα νερού. Τότε ο Τιράβα παρέδωσε τα όπλα τους στους θεούς των τεσσάρων Άστρων του ουρανού και τους διέταξε να χτυπήσουν την έκταση του νερού. Τα νερά αποχώρησαν και εμφανίστηκε η γη.

Τότε οι τέσσερις θεοί άρχισαν ένα ξέφρενο πανηγύρι, με χορούς και τραγούδια, για τη δημιουργία της γης. Ακούγοντας τις φωνές τους συγκεντρώθηκαν αμέσως οι θεοί των στοιχείων, του κεραυνού, των αστραπών και των ανέμων. Αμέσως ξέσπασε μια τρομερή θύελλα, η οποία ήταν τόσο ισχυρή, που η δύναμή της γέμισε «ρυτίδες» τη γη, δημιουργώντας τα βουνά και τις κοιλάδες. Οι θεοί των τεσσάρων άστρων άρχισαν και πάλι να πανηγυρίζουν, για να γιορτάσουν τη δημιουργία των βουνών, των δασών και των πεδιάδων και τότε άρχισε πάλι η θύελλα, που αυτή τη φορά πρασίνισε τη γη.

Οι επόμενοι χοροί και τα τραγούδια των τεσσάρων θεών δημιούργησαν τα ποτάμια και τους χειμάρους, που ξεπήδησαν από τα σπλάχνα της γης κι άρχισαν να κυλούν ορμητικά στην επιφάνειά της. Το τέταρτο τραγούδι έφερε όλων των ειδών τα σπαρτά και έτσι πλούτισε η γη.

Πριν, όμως, δημιουργηθεί ο άνθρωπος ο μεγάλος αρχηγός έστειλε την Αστραπή να εξερευνήσει τη γη. Το Λαμπερό Αστέρι της είχε δώσει το σακούλι που είχε φυλαγμένες τις θύελλες. Στο ίδιο σακούλι ήταν κρυμμένα και τα αστέρια που κυνηγούσε ο Αυγερινός. Πράγματι, η Αστραπή εξερεύνησε όλη τη γη και τότε άνοιξε το σακούλι που της είχε δώσει το Λαμπερό Αστέρι, έβγαλε από μέσα όλα τα αστέρια και τα τοποθέτησε στον ουρανό. Ένα απ’ αυτά, όμως, ζήλεψε τη δόξα του Λαμπερού Αστεριού και έστειλε έναν λύκο να κλέψει από την Αστραπή το σακούλι με τις θύελλες. Ο λύκος, ένα από τα πιο έξυπνα πλάσματα, που είχε το πιο ισχυρό πνεύμα, κατάφερε να κλέψει από την Αστραπή τον σάκο με τις θύελλες και έτρεξε γρήγορα μακριά. Εκεί, άνοιξε τον σάκο και ελευθέρωσε όλα τα πλάσματα που ήταν κρυμμένα μέσα. Εκείνα οργισμένα που δεν έβρισκαν την αστραπή, στράφηκαν εναντίον του λύκου και τον σκότωσαν, επειδή τον θεώρησαν υπεύθυνο για την αιχμαλωσία τους.

Από τη στιγμή εκείνη ο θάνατος δεν εγκατέλειψε ποτέ τη γη και δεν θα την εγκαταλείψει ποτέ, πριν την ημέρα που όλα τα πλάσματα θα εξαφανιστούν και το Αστέρι του Νότου, δηλαδή το Αστέρι του Θανάτου, θα βασιλεύσει στη γη. Τότε η Σελήνη θα κοκκινίσει και ο Ήλιος θα σβήσει. Όλοι οι άνθρωποι θα μεταμορφωθούν σε μικρά αστέρια και θα πετάξουν στον ουρανό από τον Γαλαξία, που είναι ο δρόμος που ακολουθούν οι ψυχές, για να φτάσουν στον ουρανό.

Παρά το επεισόδιο αυτό, ο μεγάλος αρχηγός δεν σταμάτησε το σχέδιό του για τη δημιουργία του ανθρώπου. Έτσι έδωσε εντολή στη Σελήνη και τον Ήλιο να ενωθούν και απέκτησαν ένα γιο. Ο Αυγερινός με τον Εσπερινό απέκτησαν μια κόρη. Τα δύο παιδιά στάλθηκαν στη γη και όταν μεγάλωσαν ο Τιράβα έστειλε τους θεούς να τους διδάξουν τα μυστικά της φύσης. Η γυναίκα πήρε τους σπόρους και την υγρασία, για να τους γονιμοποιήσει, μια καλύβα και μια εστία. Ο άνδρας πήρε τα ανδρικά ρούχα και τα όπλα του πολεμιστή. Και τα υπόλοιπα άστρα δημιούργησαν ανθρώπους. Αρχηγός της φυλής έγινε ο γιος του Ήλιου και της Σελήνης και τους δίδαξε ό,τι είχε μάθει από τους θεούς. Μάλιστα, η φυλή έκτισε έναν καταυλισμό σε σχήμα κύκλου, ακολουθώντας τη διάταξη των αστεριών στον ουρανό, για να μην ξεχαστεί ποτέ ο τρόπος με τον οποίον δημιουργήθηκε ο κόσμος...

(πηγές: Μυθολογία των Ινδιάνων, Παγκόσμια Μυθολογία, Μύθοι και Θρύλοι των ανθρώπων)

Τετάρτη, 5 Αυγούστου 2009

'Εγκλημα ...χωρίς τιμωρία!




Στη μνήμη των εκατοντάδων χιλιάδων θυμάτων του πιο αποτρόπαιου εγκλήματος –χωρίς τιμωρία- κατά της ανθρωπότητας, τη ρίψη της ατομικής βόμβας στη Χιροσίμαι, στις 6 Αυγούστου 1945, από την αμερικανική αεροπορία. Τρεις ημέρες αργότερα ήταν η ώρα του Ναγκασάκι να έρθει σε επαφή με τον «ιππότη της κόλασης».

Εγώ είμαι,εγώ είμαι που χτυπάω την πόρτα σας.

Εδώ ή αλλού,χτυπάω όλες τις πόρτες
ω,μην τρομάζετε καθόλου που είμαι αθώρητη
κανένας μια μικρή νεκρή δεν μπορεί να δει.


Εδώ και δέκα χρόνια εδώ καθόμουνα
στη Χιροσίμα ο θάνατος με βρήκε
κι είμαι παιδί,τα εφτά δεν τα καλόκλεισα,
μα τα νεκρά παιδιά δε μεγαλώνουν.


Πήραν πρώτα φωτιά οι μακριές πλεξούδες μου
μου καήκανε τα χέρια και τα μάτια
όλη-όλη μια φουχτίτσα στάχτη απόμεινα

την πήρε ο άνεμος κι αυτή σ'ένα ουρανό συγνεφιασμένο.

Ω,μη θαρρείτε πως ζητάω για μένα τίποτα,
κανείς εμένα δε μπορεί να με γλυκάνει
τι το παιδί που σαν κομμάτι εφημερίδα κάηκε
δε μπορεί πια τις καραμέλες σας να φάει.

Εγώ είμαι που χτυπάω την πόρτα σας,ακούστε με,
φιλέψτε με μονάχα την υπογραφή σας
έτσι που τα παιδάκια πια να μη σκοτώνονται

και να μπορούν να τρώνε καραμέλες.

Ναζίμ Χικμέτ

(απόδοση Γιάννη Ρίτσου)