Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2009

Το μάτι του Μεγάλου Δημιουργού



Μια φορά κι έναν καιρό, τότε που ακόμη δεν είχε αρχίσει να μετράει ο χρόνος, δηλαδή τη σκοτεινή εποχή, όταν δεν υπήρχε ακόμη ο Ουρανός και η Γη, παντού επικρατούσε σιωπή.

Το μόνο που υπήρχε ήταν το μάτι του Μεγάλου Δημιουργού που πλανιόταν στο άπειρο. Λυπημένος από την απόλυτη σιωπή και το σκοτάδι ο Μεγάλος Δημιουργός δάκρυσε. Το δάκρυ του κύλησε και έγινε ένα κοσμικό αυτό, που άρχισε να επιπλέει στο άπειρο. Σ’ αυτό το κοσμικό αυγό που δημιουργήθηκε από το δάκρυ του Μεγάλου Δημιουργού, συνυπήρχαν οι αντίθετες δυνάμεις, δηλαδή τον γιν και το γιανγκ.

Κανείς μέχρι σήμερα δεν μπορεί με ακρίβεια να πει πόσο χρόνο χρειάστηκε για να επωαστεί το κοσμικό αυγό, ώστε από μέσα του να γεννηθεί το πρώτο ον, ο Παν Γκου. Για να έρθει στη ζωή ο Παν Γκου το αυγό έγινε χίλια κομμάτια, απ’ τα οποία τα πιο βαριά δηλαδή, το γιν, παρασύρθηκαν προς τα κάτω. Από τα κομμάτια του γιν δημιουργήθηκε η Γη. Τα πιο ελαφρά, δηλαδή το γιανγκ, ανέβηκαν προς τα πάνω. Από τα κομμάτια του γιανγκ δημιουργήθηκε ο Ουρανός.

Το πρώτο ον που ήρθε στη ζωή και η γέννησή του σήμανε την αρχή του χρόνου, ο Παν Γκου ζούσε εντελώς μόνος του σ΄ολόκληρη την πλάση. Καθώς περιπλανιόταν από δω κι από κει και παρατήρησε ότι ο ουρανός είχε σκοπό να πέσει πάνω στη γη με σκοπό το γιν και το γιανγκ να επανενωθούν. Αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα και τον τερματισμό της δημιουργίας. Χωρίς να το καλοσκεφτεί τότε ο Παν Γκου στάθηκε στο κέντρο της γης και κράτησε τον ουρανό.

Κάθε μέρα ο Παν Γκου ψήλωνε τρία μέτρα, για να απομακρύνει όσο μπορούσε τον ουρανό από τη γη και να αποτρέψει κάθε περίπτωση ενένωσης των δύο στοιχείων. Επί 18.000 χρόνια ο Παν Γκου συνέχιζε να ψηλώνει και μόλις η απόσταση της Γης από τον Ουρανό έφτασε στα 30.000 μίλια, τότε το πρώτο ον που γεννήθηκε κατάλαβε ότι η αποστολή του τελείωσε. Έκλεισε τα μάτια του και άφησε το πνεύμα του να πετάξει μακριά στο Μεγάλο Δημιουργό.

Για να μην ξεχαστεί ποτέ η ιστορία της δημιουργίας το Μεγάλο Πνεύμα αποφάσισε από τα μέλη του σώματος του Παν Γκου να δημιουργηθούν τα στοιχεία του κόσμου, τα καιρικά φαινόμενα, τα ουράνια σώματα, τα ζώα και τα φυτά. Τότε λοιπόν η Γη γέμισε από πλάσματα και όλα γνωρίζουμε μέχρι σήμερα.

Μάλιστα, τα πνεύματα του κάτω κόσμου, επειδή ο Μεγάλος Δημιουργός αποφάσισε ότι δεν θα κυκλοφορούν ελεύθερα στη γη και στον ουρανό, και γι αυτό ζηλεύουν τους ανθρώπους, άρχισαν να διαδίδουν ότι η ανθρώπινη φυλή δημιουργήθηκε από τους ψύλους που είχει πάνω του ο Παν Γκου και έπεσαν στη γη.

Βέβαια, τα καλά πνεύματα, που πάντα βοηθούν τους ανθρώπους, έχουν τη δική τους εκδοχή για τη δημιουργία της ανθρώπινης φυλής. Η εκδοχή αυτή θέλει τη θεά Νούβα να αισθάνεται μοναξιά μετά τη δημιουργία του κόσμου, επειδή έλειπαν οι άνθρωποι και κατέβηκε στον Κίτρινο ποταμό. Κάθισε στην όχθη του και άρχισε με τη λάσπη να τους πλάθει. Οι πρώτοι άνθρωποι την γοήτευσαν τόσο πολύ που αποφάσισε να γεμίσει τη γη με τη φυλή τους. Ωστόσο, αυτοί που ενθουσιάζονται γρήγορα, βαριούνται και γρήγορα και στην κατηγορία αυτή ανήκε και η θεά Νούβα. Επειδή κουράστηκε να πλάθει ανθρώπους, σκέφτηκε να πάρει λάσπη από τον Κίτρινο ποταμό. Ανέβηκε στο πιο ψηλό σημείο του Ουρανού και σκόρπισε σταγόνες λάσπης σε όλη τη Γη. Κάθε σταγόνα λάσπης έγινε και ένας άνθρωπος. Αυτοί οι άνθρωποι που δημιουργήθηκαν βιαστικά είναι οι κοινοί άνθρωποι. Όσοι πλάστηκαν από τα χέρια της θεάς είναι οι εκλεκτοί!...





(Πηγή: Κινέζικη μυθολογία για τη δημιουργία του κόσμου)

Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2009

Ο άγγελος του Έρωτα

Μια φορά κι ένα καιρό, όταν ο κόσμος ακόμη ήταν πολύ νέος, ζούσε στις κορυφογραμμές των βουνών σε χώρα μακρινή, ένας πρίγκηπας που όλοι έλεγαν πως ήταν γιος των Θεών. Αυτός είχε τρεις κόρες φημισμένες για την ομορφιά τους.
Την μεγάλη την έλεγαν Ρασόν, τη δεύτερη Σεντιμιέντο και την τρίτη την ομορφότερη, την φώναζαν Άλμα. Οι τρεις κοπέλες ήταν καλές κι ευγενικές και οι γονείς τους πίστευαν πως θα έβρισκαν πολύ γρήγορα το ταίρι τους στη ζωή. Έτσι και έγινε. Πρώτη παντρεύτηκε η Ρασόν έναν όμορφο και νέο άνδρα και πήγε να στις καταπράσινες πεδιάδες. Μετά ήρθε η σειρά της δεύτερης, της Σεντιμιέντο. Αυτή παντρεύτηκε και έστησε το σπιτικό της μέσα σ’ ένα πυκνό δάσος κοντά στις πηγές του ομορφότερους ποταμού της γής. Ο πατέρας τους ήταν περήφανος που οι κόρες του ήταν ευτυχισμένες, ωστόσο ανησυχούσε για την μικρότερη την Άλμα που κανένας δεν τολμούσε να ρίξει τα μάτια του επάνω της, γιατί δεν μπορούσε να αντέξει την ομορφιά της.
Ο καιρός περνούσε κι η μάνα της Άλμα κάθε βράδυ έλεγε στον πατέρα της ότι κάτι έπρεπε να κάνει αν δεν ήθελε η ομορφιά της κόρης τους να ξεθωριάσει σιγά-σιγά μέσα στην πατρική σκηνή. Βράδυα ολόκληρα η ίδια κουβέντα. Τελικά ο πατέρας της Άλμα αποφάσισε να πάει να συναντήσει το πιο σοφό άνθρωπο της περιοχής που ζούσε απομονωμένος στην πιο απόκρυμνη κορυφή, για να του ζητήσει μια λύση για το πρόβλημά. Μέρες, ίσως βδομάδες, διήρκεσε το ταξίδι του κι όταν έφτασε στη σκηνή του σοφού, του έφερε γλυκά και φρούτα και ψωμί, πρώτον γιατί ακόμη δεν είχε ανακαλυφθεί το χρήμα και δεύτερον γιατί ο χρυσός δεν θαμπώνει τα μάτια των πραγματικά σοφών ανθρώπων. Αμέσως εξήγησε το πρόβλημα και ο σοφός του είπε πως θα έπρεπε να κλειστεί για τρεις ημέρες, χωρίς νερό και φαγητό, σε κοντινή σπηλιά, για να του δώσουν τα πνεύματα την απάντηση. Έτσι και έγινε. Τρεις μέρες μετά ο πατέρας της Άλμα βγήκε απ’ τη σπηλιά έχοντας την απάντησή του. Πήρες το δρόμο της επιστροφής όπου τον περίμενε η γυναίκα του.
Έφτασε στη σκηνή του αμίλητος και κουρασμένος. Όταν για τα καλά έπεσε η νύχτα, τότε τα διηγήθηκε όλα στη γυναίκα του, λέγοντάς της ότι γραφτό της Άλμα είναι να παντρευτεί ένα τέρας, που θα το βρει στο βράχο της σιωπής που πρέπει να την αφήσουν ντυμένη νύφη. Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της μάνας, αλλά ποιός μπορούσε να αμφισβητήσει τα πνεύματα. Έτσι την άλλη μέρα η μάνα πλησίασε την Άλμα και της ανακοίνωσε την απόφαση των πνευμάτων. Μάταια έκλαψε η κοπέλα να την αφήσουν να περάσει τη ζωή της στην πατρική σκηνή. Η απόφαση είχε ληφθεί.
Τη στόλισαν νύφη κλαίγοντας και πήγαν και την άφησαν μόνη και φοβισμένη στο βράχο της σιωπής. Οι γονείς έφυγαν μοιρολογώντας για το κακό που βρήκε το κορίτσι τους. Ώρες πολλές πέρασαν από τότε που η Άλμα έμεινε μόνη στο βράχο της σιωπής, παρακαλώντας τον άρχοντα του Κάτω Κόσμου να έρθει να την πάρει. Ώσπου ξαφνικά, ένας δυνατός αέρας τη σήκωσε ψηλά και άρχισε να τη στροβιλίζει. Η Άλμα νόμισε πως τα πνεύματα την μετέφεραν στον Κάτω Κόσμο και πίστεψε ότι ο Σκοτεινός Άρχοντας άκουσε τις προσευχές της.
Ώρες μετά, μπορεί και μέρες, η Άλμα ξύπνησε ξαπλωμένη πάνω σε μια κοιλάδα με δροσερό χορτάρι, ακούγοντας τις μελωδίες των πουλιών και το θρόϊσμα των φύλλων. Σηκώθηκε και προχώρησε γεμάτη απορία προς ένα πλουσιόσπιτο που είδε στο βάθος. Παρόμοιο παλάτι δεν είχε γνωρίσει ούτε στα παραμύθια, αλλά όσο κι έψαχνε τα δωμάτια δεν έβρισκε ψυχή ζώσα. Μόνο το βράδυ άκουσε μια γλυκιά ανδρική φωνή που της έλεγε λόγια αγάπης. Κι εκείνη τον αγάπησε πολύ και έγινε γυναίκα του. Μάλιστα δέχθηκε και τον όρο του:
-Άλμα μ’ αγαπάς και θες να ζήσουμε μαζί την υπόλοιπη ζωή μας; τη ρώτησε η φωνή.
-Ναι, σ’ αγαπώ και θα έδινα τα πάντα για να ζήσω μαζί σου! απάντησε.
-Τότε θα πρέπει να δεχτείς να μην δεις ποτέ το πρόσωπό μου γιατί τότε θα χωριστούμε για πάντα! της είπε.
Εκείνη δέχτηκε και ο καιρός περνούσε. Ζούσε ευτυχισμένη, όμως, η Άλμα σκεφτόταν τους γονείς της που νόμιζαν πως μεγάλο κακό την βρήκε και έκλαιγε κρυφά. Μια νύχτα ο άντρας της τη ρώτησε γιατί ήταν λυπημένη κι εκείνη του είπε πως νοσταλγούσε τους γονείς της, ότι ήθελε να τους δει έστω για μια φορά, για να τους πει ότι ζει και είναι ευτυχισμένη και πάλι πίσω θα γύριζε. Κι εκείνος που χατήρι δεν της χάλαγε ποτέ της είπε πως θα το κανονίσει. Πόσο καιρό ήθελε ένα μήνα, ένα χρόνο. Κι εκείνη του είπε πως ένας μήνας ήταν αρκετός.
Την άλλη μέρα, καθώς η Άλμα βρισκόταν στον κήπο μια δυνατή ριπή ανέμου τη σήκωσε και την έφερε στο σπίτι των γονιών της. Εκείνοι τρελλάθηκαν απ’ τη χαρά τους γιατί την είχαν ξεγραμμένη. Τους είπε πως ζούσε ευτυχισμένη κι ερωτευμένη. Αμέσως έστειλαν μήνυμα στις αδελφές να τρέξουν για να δουν την τρίτη, την μικρότερη που ήταν γερή κι ευτυχισμένη.
Πρώτη έφτασε η Σεντιμιέντο και αμέσως μετά η Ρασόν. Την αγκάλιασαν, τη φίλησαν. Δεν υπήρχε αμφιβολία πως η μικρή τους Άλμα ήταν ευτυχισμένη. Άρχισαν να λένε η καθεμιά πόσο καλά περνούσαν με τους άντρες τους και πόσο όμορφη ήταν η ζωή τους. Και τότε η Άλμα τους αποκάλυψε ότι ποτέ δεν είχε δει το πρόσωπο του άντρα της, αφήνοντάς τες άφωνες.
-Μα είναι δυνατόν να πιστεύεις όσα σου είπε, της έλεγαν. –Δεν θέλεις να μάθεις αν είναι τέρας πραγματικά; τη ρωτούσαν. –Έλα καημένη το βράδυ που θα κοιμάται άναψε το λυχνάρι και δες κρυφά το πρόσωπό του. Αυτός δεν θα το ξέρει και ούτε γάτα ούτε ζημιά.
Πες-πες στο τέλος την έπεισαν. Πέρασε ο καιρός και τότε η Άλμα ξεκίνησε να πάει στο βράχο της σιωπής, για να γυρίσει πίσω στον αγαπημένο της. Πράγματι ο άνεμος τη μετέφερε στο σπίτι της. Διηγήθηκε με κάθε λεπτομέρεια όσα συνέβησαν στο σπίτι των γονιών της, αλλά παρέλειψε να πει τις κουβέντες με τις αδελφές της. Το βράδυ, λοιπόν, που ο αγαπημένος της κοιμήθηκε στο πλάϊ της, εκείνη άναψε το λυχνάρι για να δει το πρόσωπό του. Άφωνη έμεινε από την ομορφιά του και έσκυψε να του δώσει ένα φιλί ξεχνώντας πως στα χέρια της κρατούσε αναμμένο το λυχνάρι. Το λυχνάρι έγυρε και μια σταγόνα λάδι έπεσε στο μάγουλό του. Τα μάτια του άντρα της άνοιξαν.
-Έρωτα, ψέλισε η Άλμα.
-Δεν μ’ άκουσες, δεν τήρησες την υπόσχεσή σου και τώρα θα ζήσουμε για πάντα χωριστά, της είπε εκείνος και χάθηκε θυμωμένος. Από τότε τριγυρνά και κρύβεται θυμωμένος για να μην συναντήσει την Άλμα. Εκείνη μόνη κι έρημη περιπλανιέται στον κόσμο ψάχνοντας να βρει τον άγγελο του Έρωτα, για να την μεταφέρει κοντά στον αγαπημένο της...




(Παραδοσιακό παραμύθι των Άνδεων)

Η Θεά του Ήλιου και η Περιέργεια

Μια φορά κι έναν καιρό, όταν ακόμη ο άνθρωπος ήταν πολύ νέος, δηλαδή πριν από χρόνια που κανείς δεν μπορεί να υπολογίσει, όταν τα δύο δέντρα που κρατούσαν τον ουρανό να μην πέσει πάνω στη γη μόλις είχαν δημιουργηθεί, ήταν η εποχή των 10 Ήλιων. Η εποχή που ακόμη η δημιουργία της πλάσης δεν είχε ολοκληρωθεί και τα πράγματα δεν είχαν πάρει το καθένα τη θέση του.

Εκείνη την εποχή υπήρχαν δέκα Ήλιοι οι οποίοι διέσχιζαν τον Ουρανό, με τη σειρά, ένας κάθε ημέρα. Το χαρακτηριστικό τους ήταν ο μεγάλος εγωϊσμός! Ο καθένας τους πίστευε ότι αυτός ήταν ο καλύτερος και κατά συνέπεια αυτός έπρεπε να κυριαρχήσει. Οι διαμάχες μεταξύ τους δημιουργούσαν πολλά προβλήματα και μάταια το Συμβούλιο των Θεών προσπαθούσε να τους πείσει πώς όλα τα πνεύματα και τα πλάσματα δεν είχαν το δικαίωμα να υπερεκτιμούν τις δυνατότητές τους και τη χρησιμότητά τους.

Επειδή, όμως, κανείς από τους δέκα Ήλιους δεν ήθελε να πιστέψει κάτι τέτοιο και κυρίως να παραχωρήσει τη σειρά του σε κάποιον άλλον αποφάσισαν να μαζευτούν και κάθε μέρα να διασχίζουν όλοι μαζί τον ουρανό. Η απόφαση αυτή των Ήλιων είχε καταστροφικά αποτελέσματα γιατί η θερμοκρασία της Γης άρχισε να ανεβαίνει επικίνδυνα και να απειλούνται όλες οι μορφές ζωής. Οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να αντέξουν, αλλά ούτε τα ζώα και τα φυτά. Μάταια το συμβούλιο των θεών προσπάθησε να τους κάνει να αλλάξουν γνώμη. Τότε ήταν που αποφάσισαν ότι έπρεπε να καταφύγουν στο Μεγάλο Πνεύμα, τον Πατέρα των Ανθρώπων και να του ζητήσουν τη βοήθειά του, γιατί ολόκληρη η πλάση βρισκόταν σε μεγάλο κίνδυνο.

Ο Πατέρας των Ανθρώπων, αφού ενημερώθηκε, αποφάσισε ότι δεν υπήρχε άλλη λύση από το να στείλει τον Κόνδορα στο Αστέρι της Αυγής, για να ζητήσει τη βοήθεια του φημισμένου τοξότη Γι, για να επιβάλει τη θέληση του Μεγάλου Πνεύματος.

Πράγματι ο τοξότης Γι κατέβηκε από τους ουρανούς κουβαλώντας το τόξο, με οποίο τον είχε οπλίσει ο θεός του Ανέμου και μ’ αυτό μπορούσε να σκοτώσει Θεούς και Ανθρώπους. Ο Γι κατοικούσε στον Αυγερινό, ώστε να μην μπορεί να κλέψει κανείς το μαγικό του τόξο, το οποίο είχε εντολή από το Θεό του Ανέμου να μην το χρησιμοποιήσει μόνον και εφόσον η πλάση βρισκόταν σε μεγάλο κίνδυνο.

Η μονομαχία του Γι με τους Ήλιους διήρκεσε μέρες ολόκληρες και ήταν τόσο σκληρή που θεοί και άνθρωποι είχαν καταλυφθεί από μεγάλο τρόμο. Στο τέλος, όμως, κατάφερε να σκοτώσει τους εννέα Ήλιους. Στο τέλος κατάφερε να επιζήσει μόνον εκείνος ο Ήλιος που η Θεά του ήταν γυναίκα και οι υπόλοιποι θεοί την ονόμαζαν δίκαιη Αματεράσου. Προστάτευε τις γυναίκες, τα παιδιά, λάτρευε τα ζώα και τα φυτά και ποτέ δεν είχει εμπλακεί στους καυγάδες των αδελφών της.

Η θεά του δέκατου Ήλιου είχε γεννηθεί από τα δάκρυα που έσταξαν από το δεξί μάτι του Θεού Ιζανάγκι. Ήταν η ανώτερη των θεών και βασίλευε με δικαιοσύνη, φώτιζε και ζέσταινε τη γη. Στην αρχή όλα πήγαιναν καλά, μέχρι που αδελφός της, ο Θεός της Καταιγίδας, Σουσάνο Γούο, αποφάσισε να αποδείξει την ανωτερότητά του. Άρχισε, λοιπόν να ενοχλεί την αδελφή του, στέλνοντας καταιγίδες και ισχυρούς ανέμους, για να την κάνει να αποδεχθεί ότι ήταν ισχυρότερος από αυτή. Καθημερινά την προκαλούσε να μονομαχήσουν.

Η Αματεράσου, όμως, που απέφευγε τους καυγάδες και δεν ήθελε να μονομαχήσει με τον αδελφό της, αποφάσισε μια μέρα να κρυφτεί στη πιο σκοτεινή σπηλιά του ουρανού, κλείνοντας, μάλιστα, την είσοδό της με μια τεράστια πέτρα. Ο κόσμος βυθίστηκε στο σκοτάδι και στη λύπη! Πανικός επικράτησε στη γη. Μάταια οι άνθρωποι την παρακαλούσαν να βγει από την κρυψώνα της και να τους ζεστάνει με το φως της. Αφού οι επικλήσεις τους δεν είχαν αποτελέσματα, τότε οι άνθρωποι άρχισαν να παρακαλούν όλους τους θεούς να πείσουν την Αματεράσου να εγκαταλείψει τη σπηλιά της.

Το Μεγάλο Πνεύμα, ακούγοντας τις επικλήσεις των ανθρώπων, έστειλε τον Κόνδορα να πετάξει απ’ άκρη σ’ άκρη στους ουρανούς και να καλέσει όλους τους θεούς να μαζευτούν, διότι για μια ακόμη φορά, η πλάση ολόκληρη βρισκόταν σε μεγάλο κίνδυνο.

Οκτώ εκατομμύρια θεοί μαζεύτηκαν έξω από τη σπηλιά και παρακάλεσαν την Αματεράσου να εμφανιστεί. Της υποσχέθηκαν ότι ουδείς θα την προκαλούσε πλέον, όμως εκείνη πεισματικά έμενε στην κρυψώνα της, αρνούμενη να την εγκαταλείψει. Ούτε τα δάκρυα των ανθρώπων, ούτε η συγγνώμη για την άπρεπη συμπεριφορά του αδελφού της την έπεισαν.

Τότε το Μεγάλο Πνεύμα σκέφθηκε να καλέσει όλες τις χάρες και τις αξίες που είχαν δημιουργηθεί για να συνοδεύου τη ζωή, για να πείσουν τη Θεά του Ήλιου να βγει απ’ τη σπηλιά. Μόνον η Τρέλλα, που απ’ την αρχή της Δημιουργίας συνοδεύει τον Έρωτα, έκανε μια πρόταση. Ζήτησε από τον Κόνδορα να της φέρει έναν κόκορα, έναν καθρέφτη, ένα περιφέραιο με πολύτιμα πετράδια και μια ξύλινη σκάφη. Σε λίγο ο Κόνδορας είχε μαζέψει όλα τα αντικείμενα που είχε ζητήσει η Τρέλλα.

Στην αρχή οι Θεοί άναψαν μεγάλες φωτιές, ώστε να φωτιστεί καλά ο χώρος έξω από τη σπηλιά. Φωτίστηκε τόσο καλά που ο Ουρανός φαινόταν σαν να είχε πάρει φωτιά απ' τη μια άκρη του ως την άλλη. Διάλεξαν ένα μεγάλο και δυνατό δέντρο και κρέμασαν τον καθρέφτη και τα πετράδια, ώστε να αστραποβολούν από τις τεράστιες φλόγες. Μετά η Τρέλλα άγγιξε τον κόκορα και τον έκανε να φωνάζει, όπως όταν ξημέρωνε, ενώ τη σκάφη την έβαλαν κάτω στη γη για να πέφτουν μέσα οι στάχτες από τις φωτιές.

Τότε οι θεοί όλοι μαζί άρχισαν να τραγουδούν, τάχα, για να υμνήσουν τη γέννηση ενός νέου, λαμπρότερου Ήλιου, από την Αματεράσου.

Η Περιέργεια οδήγησε την Αματεράσου να ανοίξει τον βράχο που έκλεινε την είσοδο της σπηλιάς και να βγει, για να δει τον καινούργιο Ήλιο. Μόλις η Αματεράσου εγκατέλειψε τη σπηλιά, ο Κόνδορας, έκλεισε με τη ξύλινη σκάφη, που είχε τις στάχτες από τις φωτιές, την είσοδό της. Η σκοτεινότερη σπηλιά του Ουρανού σφραγίστηκε για πάντα κι από τότε ο ένας και μοναδικός Ήλιος καθημερινά χαμογελά στη Γη...

(Από τους μύθους των Ίνκας, των Κινέζων και των Ιαπώνων)

Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2009

Ο πρίγκηπας του ποταμού Τάο

Μια φορά κι έναν καιρό, στα πολύ παλιά χρόνια, όταν οι άνθρωποι, τα ξωτικά, τα στοιχειά και τα πνεύματα ζούσαν μαζί, σε μια μακρινή χώρα της ανατολής ζούσε ένας νεαρός καλός και αγαθός νέος που τον έλεγαν Φένγκ.
Η καλοσύνη του ήταν γνωστή σε όλη την περιοχή και όποιος είχε ανάγκη έτρεχε σ’ αυτόν για να ζητήσει βοήθεια κι εκείνος χωρίς δεύτερη κουβέντα τους δάνειζε χρήματα, χωρίς ποτέ να τα ζητήσει πίσω. Έτσι, λοιπόν, οι άνθρωποι τον θυμόταν μόνον όταν είχαν ανάγκη, αλλά όταν την ξεπερνούσαν ξεχνούσαν να επιστρέψουν τα δανεικά. Με την τακτική του αυτή ο Φένγκ γρήγορα έχασε τα υπάρχοντά του και τα χρήματά του και καθώς έγινε φτωχός, όλοι τον ξέχασαν, εκτός από έναν, επίσης, φτωχό, ψαρά, ο οποίος ακόμη κι όταν δεν μπορούσε να του επιστρέψει τα χρήματα, του έστελνε ό,τι μπορούσε από τους θησαυρούς της θάλασσας, ως δώρα. Κάποια φορά ο ψαράς έστειλε στον Φένγκ μια χελώνα, που στο κεφάλι της είχε ένα σημάδι.
Όταν ο νεαρός άνδρας έλαβε το δώρο του, κοίταξε τη χελώνα και σκέφτηκε: Ω! Απίστευτο δεν έχω δει στη ζωή μου πιο μεγάλη και πιο όμορφη χελώνα. Αυτή δεν πρέπει να ζήσει μαζί μου αιχμάλωτη! Αυτά σκέφτηκε και άφησε τη χελώνα ελεύθερη κοντά στο ποτάμι, στη φύση όπου και ανήκε.
Τα χρόνια πέρασαν κι ο καλός και αγαθός Φένγκ σιγά-σιγά ξέχασε τη χελώνα, αφού δεν έτυχε να τη συναντήσει ποτέ ξανά από τότε που την ελευθέρωσε. Ένα βράδυ που γύριζε στο σπίτι του, το οποίο βρισκόταν σε ένα ψηλό σημείο δίπλα στο ποτάμι έπρεπε να διασχίσει ένα απόκρημνο μονοπάτι, στο οποίο καλά-καλά δεν χωρούσε ούτε ένας λεπτοκαμωμένος άνθρωπος να περάσει. Όταν είχε φτάσει αρκετά ψηλά είδε ότι από την αντίθετη κατεύθυνση ερχόταν ένας κύριος, που χωρίς αμφιβολία ήταν πολύ πλούσιος, αφού φορούσε ακριβά ρούχα και συνοδευόταν από τέσσερις νεαρούς, οι οποίοι προφανώς ήταν οι υπηρέτες του.
Όταν ο πλούσιος κύριος έφτασε κοντά στον Φένγκ με απίστευτη υπεροψία και αυταρχισμό φώναξε: -Μέριασε να περάσω. Παρά το γεγονός ότι ο Φένγκ ήταν ευγενής και καλός και δεν του άρεσαν οι καυγάδες, εκείνη τη στιγμή ενοχλήθηκε πολύ από τη συμπεριφορά του πλούσιου αυτού ανθρώπου και του απάντησε χωρίς δεύτερη σκέψη: -Ακούστε κύριε δεν γνωρίζω ούτε ποιός είστε, ούτε πού πηγαίνετε, ωστόσο απατάσθε αν νομίζετε ότι θα κάνω χώρο να περάσετε εσείς και η συνοδεία σας. Η απάντηση αυτή έκανε τον πλούσιο άνθρωπο να κοκκινίσει από το θυμό του και έδωσε διαταγή στους δούλους του να πιάσουν τον αυθάδη και να τον τιμωρήσουν παραδειγματικά. Όμως ούτε αυτή η απειλή έκανε τον Φένγκ να φοβηθεί. Μάλιστα, προειδοποίησε τον πλούσιο άνθρωπο ότι θα ερχόταν η ώρα που θα μετάνιωνε για τη συμπεριφορά του.
Κατακόκκινος από το θυμό του ο πλούσιος ρώτησε: -Ποιός είσαι εσύ που τολμάς και μου μιλάς μ’ αυτόν τον τρόπο; Χωρίς να φοβηθεί καθόλου ο νέος απάντησε: -Είμαι ο Φένγκ και να το θυμάστε! Και τότε έγινε κάτι που άφησε τον Φένγκ άφωνο. Ο ξένος ξαφνικά γονάτισε μπροστά του, και όχι μόνον του ζήτησε συγγνώμη για την απρεπή συμπεριφορά του, αλλά τον αποκάλεσε σωτήρα του και του ζήτησε ευγενικά να τον ακολουθήσει στο σπίτι του, για να γευματίσουν μαζί και να του δείξει έμπρακτα την μεταμέλειά του. Πράγματι, λοιπόν, ο Φένγκ τον ακολούθησε στο σπίτι του που ήταν λίγο πιο κάτω από το μονοπάτι, σ’ ένα χωριό που ποτέ μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε παρατηρήσει ο νεαρός. Όταν μπήκαν στο σπίτι του άγνωστου ο Φένγκ έμεινε άφωνος από την πολυτέλεια. Αμέσως ο κύριος συνόδευσε τον Φένγκ σε μια μεγάλη τραπεζαρία και τον έβαλε να καθίσει αναπαυτικά σε μαλακά μαξιλάρια. Οι υπηρέτες άρχισαν να στρώνουν το τραπέζι φέρνοντας όλες τις λιχουδιές που μπορούσε να βάλει ανθρώπινος νους και ένα μυρωδάτο κρασί. Μόλις το τραπέζι ήταν έτοιμο ο άγνωστος σήκωσε το ποτήρι του με το κρασί και είπε στον Φένγκ: - Επίτρεψέ μου να παρουσιαστώ. Είμαι ο 8ος πρίγκηπας του ποταμού Τάο. Ήμουν προσκεκλημένος σε μια γιορτή στο λόφο Όβεστ, αλλά οι καλεσμένοι δεν μου άρεσαν καθόλου κι έτσι αναγκάστηκα να φύγω. Ήμουν κακόκεφος και γι αυτό σου φέρθηκα με τόση απρέπεια και γι αυτό σου ζητώ τώρα ταπεινά συγγνώμη!
Ο Φένγκ στην αρχή φοβήθηκε πολύ γιατί κατάλαβε ότι έκανε παρέα με ένα στοιχειό. Στην αρχή σκέφτηκε να φύγει τρέχοντας, αλλά μετά θεώρησε ότι κάτι τέτοιο θα ήταν αγένεια, από τη στιγμή που ήταν φιλικό μαζί του. Έτσι, λοιπόν, έφαγαν και ήπιαν σαν δύο καλοί φίλοι μέχρι τη στιγμή που από κάπου μακριά ακούστηκε ο ξέψυχος ήχος μιας καμπάνας. Τότε ο 8ος πρίγκηπας του ποταμού Τάο σηκώθηκε και είπε στον Φένγκ. –Με την κουβέντα η ώρα πέρασε και γω πρέπει να φύγω. Πριν χωριστούμε, όμως, θέλω να σου κάνω ένα δώρο, που θα έρθω να το πάρω πίσω εγώ ο ίδιος όταν όλες οι επιθυμίες τους θα έχουν πραγματοποιηθεί! Αμέσως το στοιχειό τσίμπησε με δύναμη το μπράτσο του Φένγκ, ώστε ο νεαρός φώναξε από τον πόνο. Ο 8ος πρίγκηπας του ποταμού Τάο συνόδεψε το νεαρό στην πόρτα και τον αποχαιρέτησε χαμογελαστός. Στη στιγμή η περιοχή καλύφτηκε από ομίχλη και χάθηκαν και το σπίτι και το χωριό. Το μόνο που είδε ο νεαρός μας ήταν μια τεράστια χελώνας που μπήκε στα νερά του ποταμού και χάθηκε.
-Δεν είμαστε καλά! Άρχισα να βλέπω όνειρα και ξύπνιος μονολόγησε ο Φένγκ, αλλά στη στιγμή αναθεώρησε την άποψή του γιατί το μπράτσο του ακόμη πονούσε από την τσιμπιά. Σήκωσε το μανίκι του και τί να δει. Εκεί που τον τσίμπησε ο 8ος πρίγκηπας του ποταμού Τάο είχε σχηματιστεί μια μικρή χελώνα. – Όλα τα παράξενα σε μένα συμβαίνουν! μονολόγησε και πήρε το δρόμο για το σπίτι του. Περπατούσε πολύ προσεκτικά, γιατί, ήδη, είχε νυχτώσει για τα καλά και το φως των αστεριών δεν έφτανε για να διακρίνει το δρόμο. Καθώς περπατούσε με σκυμμένο το κεφάλι και τα μάτια δεκατέσσερα, είδε κάτω από τα πόδια του το έδαφος να γίνεται διάφανο και διέκρινε ένα μεγάλο γυαλιστερό διαμάντι. Στην αρχή έκανε να προσπεράσει, αλλά μετά σκέφτηκε γιατί να μη σκάψει να δει αν είναι αληθινό, τί είχε να χάσει; Πράγματι το διαμάντι ήταν αληθινό! Τότε κατάλαβε τί ακριβώς του συνέβαινε ο Φένγκ. Είχε αποκτήσει την ικανότητα να βλέπει τα μέρη που ήταν θαμμένα πολύτιμα αντικείμενα. Έβαλε το διαμάντι στην τσέπη του και γύρισε στο σπίτι του. Κοίταξε και τί να δει το ξύλινο πάτωμά του ήταν διάφανο κι από κάτω ήταν θαμμένα χρυσά νομίσματα. Αυτά ήταν και η αφορμή ν’ αλλάξει η ζωή του. Είπε αντίο στη φτώχεια, όμως, ποτέ δεν σταμάτησε να βοηθά όσους τον είχαν ανάγκη. Όσο πιο πολλούς βοηθούσε, τόσο περισσότερους θησαυρούς έβρισκε, όμως, ο χαρακτήρας του έμενε ο ίδιος. Κάποια μέρα ενώ περπατούσε σε έναν έρημο κήπο, ο Φένγκ ανακάλυψε έναν καθρέφτη που σίγουρα ήταν μαγικός, αφού είχε την ιδιότητα αν τον κοίταζε μια όμορφη κοπέλα να κρατά για πάντα την εικόνα της. Ο Φένγκ έκρυψε τον καθρέφτη, για να μην του τον κλέψει κανείς. Αρκετό καιρό μετά μαθεύτηκε στο χωριό ότι θα ερχόταν η μικρότερη κόρη του πρίγκηπα Σο, που την έλεγαν Ανθισμένο Λωτό, ξακουστή για την ομορφιά της. Τότε ο Φενγκ ανέβηκε στο βουνό και κρύφτηκε κρατώντας τον καθρέφτη. Όταν η πριγκήπισσα κατέβηκε από την άμαξά της, ο Φένγκ σήκωσε τον καθρέφτη και «αιχμαλώτισε» το όμορφο πρόσωπό της που χαμογελούσε γλυκά. Αμέσως έφυγε και γύρισε στο σπίτι του. Εκεί από καιρού εις καιρόν έβγαζε τον καθρέφτη και κοίταζε την πριγκήπισσα να του χαμογελά.
Ο έρωτας του Φένγκ για την πριγκήπισσα μαθεύτηκε στο χωριό και οι άνθρωποι που συνήθως δεν κοιτάζουν τις δικές τους δουλειές άρχισαν να διαδίδουν ότι ο νεαρός είχε μια εικόνα του Ανθισμένου Λωτού. Όταν τα νέα έφτασαν στ’ αυτιά του πρίγκηπα Σο, αμέσως έδωσε διαταγή να συλλάβουν τον Φένγκ και να τον οδηγήσουν ενώπιό του. Εκεί του ανακοίνωσε την απόφασή του να τον εκτελέσει τιμωρώντας τον για την απρέπειά του να είναι ερωτευμένος με την κόρη του. Ο Φένγκ προσπάθησε να τον κάνει ν’ αλλάξει την απόφασή του και του αποκάλυψε την ικανότητα που είχε να βρίσκει κρυμμένα πολύτιμα αντικείμενα που ήταν θαμμένα στη γη. Παραδέχθηκε ότι έφταιγε που ερωτεύτηκε μια πριγκήπισσα και με αξιοπρέπεια ζήτησε το χέρι της από τον πατέρα της. Αμέσως τότε ο πρίγκηπας Σο τον έριξε στο κελί και του είπε ότι το επόμενο πρωϊ θα βρισκόταν αντιμέτωπος με τον δήμιο.
Η πριγκήπισσα, ο Ανθισμένος Λωτός, μόλις έμαθε την απόφαση του πατέρα της, έπεσε στα πόδια του και τον παρακάλεσε να μην εκτελέσει τον Φένγκ, αλλά να της επιτρέψει να τον παντρευτεί. Ο Σο, όμως, αρνήθηκε. Τότε ο Ανθισμένος Λωτός ανακοίνωσε στον πατέρα της ότι αποφάσισε να πεθάνει από πείνα και δίψα αν δεν παντρευτεί τον όμορφο νέο. Ο πρίγκηπας για να δοκιμάσει την κόρη του ανακοίνωσε την αναβολή της εκτέλεσης του Φένγκ για τρεις ημέρες. Αυτές τις τρεις ημέρες όμως κόρη του ο Ανθισμένος Λωτός έπαψε να τρώει και να πίνει και δεν σταμάτησε να κλαίει. Τα όμορφα μάτια της απέκτησαν μαύρους κύκλους και το πρόσωπό της χλώμιασε! Τότε ο Σο που φοβήθηκε για τη ζωή του παιδιού του κάλεσε τον Φένγκ και του είπε:
-Ποτέ δεν πίστευα ότι θα δώσω την κόρη μου σε έναν κακομοίρη σαν εσένα. Φρόντισε ο γάμος να γίνει γρήγορα και όσο πιο μυστικά γίνεται! Δεν αντέχω τέτοια ντροπή.
Ο Φένγκ τον ευχαρίστησε για την απόφασή του να του δώσει την άδεια να παντρευτεί τον Ανθισμένο Λωτό και έφυγε με την υπόσχεση ότι πολύ σύντομα θα έκανε τον πρίγκηπα να αλλάξει άποψη για τον γαμπρό του. Γύρισε στο σπίτι του και κάλεσε 100 υπηρέτες του, τους έντυσε με τα πιο πολυτελή ρούχα και έδωσε στον καθένα να κρατά μια ολόχρυση κούπα γεμάτη με πολύτιμες πέτρες. Τους διέταξε να πάνε και να τα προσφέρουν στον πεθερό του, τον πρίγκηπα Σο, ως γαμήλιο δώρο. Πράγματι οι υπηρέτες έφεραν στο σπίτι του Σο τα γαμήλια δώρα και στη συνέχεια εμφανίστηκε ο Φένγκ. Ο πρίγκηπα θαμπωμένος από την ενέργεια του γαμπρού του, τον αγκάλιασε και του έδωσε την ευχή του, αυτή τη φορά με όλη του την καρδιά.
Ο γάμος του Φένγκ με τον Ανθισμένο Λωτό ήταν ο πιο μεγαλοπρεπής και συγκινητικός που είχε γίνει ως τότε στην περιοχή. Οι άνθρωποι τον συζητούσαν για χρόνια. Μάλιστα, δεν είναι λίγοι εκείνοι που τον θυμούνται μέχρι σήμερα. Το ζευγάρι ζούσε ευτυχισμένο και δεν παρέλειπε να βοηθά όλους όσους είχαν ανάγκη. Έγινε γνωστό για τις αγαθοεργίες του.
Ένα βράδυ που ο Φένγκ ήταν μόνος στο δωμάτιό του εμφανίστηκε ο 8ος πρίγκηπας του ποταμού Τάο. Ο Φένγκ τον χαιρέτισε γεμάτος χαρά και του ζήτησε να καθίσει δίπλα του, για να του ανταποδώσει το καλό που του είχε κάνει. Ο 8ος πρίγκηπας του ποταμού Τάο, όμως, του είπε ότι δεν έχει πολύ καιρό στη διάθεσή του, αν και θα ήθελε να μείνει με τον Φένγκ. Το στοιχειό τον κοίταξε στα μάτια και του είπε: -Φένγκ τώρα που απέκτησες ότι ποθούσε η καρδιά σου ήρθε η ώρα να πάρω πίσω το δώρο που σου έκανα! Νάσαι πάντα ευτυχισμένος! και τον τσίμπησε ξανά στο χέρι, τόσο δυνατά που ο Φένγκ άφησε ένα επιφώνημα πόνου.
-Είμαι σίγουρος ότι τώρα πια δεν χρειάζεσαι το φυλαχτό που σου χάρισα. Ήρθε η ώρα να πούμε αντίο, είπε το στοιχειό και είδε τα μάτια του Φένγκ να πλημμυρίζουν δάκρυα για τον αποχαιρετισμό. Μέχρι να σκουπίσει τα μάτια του ο Φένγκ το στοιχειό είχε χαθεί, και μαζί του είχε χαθεί και η μικρή χελώνα που είχε στο μπράτσο του. Αμέσως ο νεαρός έτρεξε στην πόρτα του σπιτιού του, για να ευχαριστήσει για μια τελευταία φορά τον ευεργέτη του, όμως, στο δρόμο δεν υπήρχε κανείς!
Κοίταξε καλύτερα και είδε μια τεράστια χελώνα που περπατούσε προς το ποτάμι. Μόλις έφτασε εκεί μπήκε στο νερό και εξαφανίστηκε! Από τότε δεν την ξαναείδε κανείς...

(Λαϊκό κινέζικο παραμύθι μεταφρασμένο από τα γαλλικά)

Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2009

Η ΛΙΜΝΗ ΤΩΝ ΙΝΚΑΣ




Μια φορά κι έναν καιρό, την εποχή που οι θεοί και τα παιδιά τους περπατούσαν στη γη αφήνοντας τα συναισθήματά τους να φανούν και οι άνθρωποι μπορούσαν να συνομιλούν με τον Ήλιο, τη Σελήνη και όλα τα πλάσμα που κατοικούσαν στον πλανήτη, ο Ίνκας Ίγι Γιούνκι αποφάσισε να επισκεφθεί την περιοχή όπου έμεναν οι απόγονοί του.

Είχαν στήσει τα χωριά τους κοντά σε μια υπέροχη λίμνη που γύρω της υψώνονταν τεράστια καταπράσινα βουνά και ζούσαν ειρηνικά ψαρεύοντας και κυνηγώντας, ενώ τα παιδιά έπαιζαν από την αυγή μέχρι τη δύση του ήλιου. Καθημερινά ευχαριστούσαν τον Μεγάλο Δημιουργό που τους χάρισε αυτό το κομμάτι της γης, για να ζήσουν.

Ο Ίγι Γιούνκι έγινε δεκτός με μεγάλες τιμές από τους κατοίκους της όμορφης λίμνης και ήταν πολύ ευχαριστημένος, επειδή οι απόγονοί του ήταν άνθρωποι που ζούσαν σύμφωνα με τους ηθικούς νόμους. Ο πρώτος καιρός της παραμονής του στην περιοχή πέρασε διδάσκοντας στους ανθρώπους διάφορες τέχνες και επιστήμες έξω από τη σκηνή του που την είχε στήσει στην ανατολική πλευρά της λίμνης, έτσι ώστε να είναι ο πρώτος που θα βλέπει τον πατέρα του τον Ήλιο όταν άρχιζε το καθημερινό του ταξίδι στον ουρανό. Μια μέρα αποφάσισε να περπατήσει στις όχθες της λίμνης. Εκεί συνάντησε την πιο όμορφη κοπέλα που είχε αντικρύσει στη ζωή του.

Ήταν η πριγκήπισσα Κόρα Γε, όπως του είπε η ίδια όταν ρώτησε το όνομά της και τον κοίταξε στα μάτια. Ο Ίνκα Ιγι Γιούνκι έμεινε άφωνος από την ομορφιά της, αλλά περισσότερο τον μάγεψε το χρώμα των ματιών της. Είχαν το χρώμα της μεγάλης θάλασσας και του απέραντου ουρανού. Ο γιος του Ήλιου την ερωτεύτηκε αμέσως. Κάθε μέρα μετά τις συναντήσεις του με τους ανθρώπους πήγαινε να την βρει, για να περπατήσουν στην όχθη της λίμνης στη δυτική πλευρά εκεί που έμενε η πριγκήπισσα. Ο καιρός περνούσε και οι δύο νέοι ήταν πολύ ερωτευμένοι.

Ώσπου ήρθε η μεγάλη γιορτή που γινόταν κάθε χρόνο στην εαρινή ισημερία προς τιμή του θεού Ήλιου. Μάλιστα, εκείνη τη χρονιά ο αρχηγός της φυλής αποφάσισε να διοργανώσει και ένα μεγάλο κυνήγι προς τιμήν, τόσο του θεού Ήλιου, όσο και του γιού του, του Ίνκα Ιγι Γιούνκι που βρισκόταν μαζί τους. Πραγματικά όλα ήταν έτοιμα την μεγάλη ημέρα.

Με την πρώτη ακτίδα του Ήλιου άρχισαν οι χοροί και τα τραγούδια. Τα παιδιά έτρεχαν και έπαιζαν και κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί την τραγωδία που θα τους χτυπούσε. Όταν ήρθε η ώρα η φυλή ξεκίνησε για το κυνήγι στο δάσος. Λίγο πριν την δύση του ηλίου οι κυνηγοί επέστρεψαν κρατώντας ο καθένας τα θηράματά του έτοιμοι να καθίσουν στο τραπέζι που είχε στρωθεί, για να τελειώσει η γιορτή με ένα γερό τσιμπούσι. Κι όμως κάποιος έλειπε. Η πριγκήπισσα Κόρα Γε δεν ήταν πουθενά. Στην αρχή την περίμεναν, μετά άρχισαν να την ψάχνουν, αλλά ποτέ δεν κατάφεραν να βρουν κάποιο ίχνος της. Έτσι ξαφνικά χάθηκε!

Άλλοι είπαν ότι μάλλον έπεσε από το άλογό της, άλλοι ότι τραυματίστηκε από κάποιο μεγάλο ζώο και άλλοι ότι δεν αποκλείεται να την σκότωσαν τα κακά πνεύματα.

Ο Ίγι Γιούνκι ποτέ δεν πίστεψε ότι η αγαπημένη του χάθηκε τόσο απροσδόκητα. Έμεινε στην περιοχή ψάχνοντας να τη βρει. Σιγά-σιγά τα δάση των γύρω βουνών χάθηκαν και καλύφτηκαν με χιόνια. Στην περιοχή έπαψαν να ακούγονται γέλια και φωνές. Την κάλυψε το πέπλο της απόλυτης σιωπής. Οι άνθρωποι άρχισαν να φεύγουν σιγά-σιγά. Ο Ίγι Γιούνκι, όμως, έμεινε εκεί ψάχνοντας για την αγαπημένη του μέχρι που ο κόσμος άρχισε ν’ αλλάζει. Τότε τον κάλεσε κοντά του ο πατέρας του.

Μέχρι σήμερα, όμως, στην περιοχή όταν η Πανσέληνος φωτίζει τον ουρανό η σιωπή σκίζεται από ένα μουρμουρητό.

Οι λιγοστοί απόγονοι των παλιών κατοίκων επιμένουν ότι πρόκειται για τους λυγμούς του Ίγι Γιούνκι, ο οποίος αναζητά την αγαπημένη του και την περιμένει ν’ αναδυθεί από τα νερά της λίμνης που σήμερα την ονομάζουν η Λίμνη των Ίνκας και βρίσκεται στα υψίπεδα της Χιλής. Λένε πως το Συμβούλιο των Θεών, για να απαλύνει τον πόνο του Ίγι Γιούνκι, αποφάσισε την ώρα που η ολόγεμη Σελήνη φωτίζει τον ουρανό από τη λίμνη να ξεχύνεται ένα φως που έχει το χρώμα των ματιών της πριγκήπισσας Κόρα Γε. Εκείνων των ματιών που έκαναν το γιο του Ήλιου να περιπλανιέται κάθε Πανσέληνο στις κορυφογραμμές, γύρω από τη λίμνη.

Έτσι γεννήθηκε το πνεύμα της αγάπης και του μυστηρίου που πλανιέται εκεί, καλυμένο από τον σιωπηλό μανδύα του χιονιού...