Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2009

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΔΕΣΠΟΤΟΥ


Για να μην ξεχνάμε ότι δεν είμαστε οι μόνοι ιδιοκτήτες του πλανήτη! Δεν είμαστε οι μόνοι που έχουμε δικαίωμα στη ζωή και στην αξιοπρέπεια!


«Θεέ μου, σε παρακαλώ στείλε μου κάποιον που θα νοιαστεί!

Κουράστηκα πολύ να τρέχω κι έχω απελπιστεί, καθώς γυρνάω μεσ’ στη βροχή προσεύχομαι να βρω αγάπη και στοργή, μια γωνιά, λίγο νεράκι, λίγο φαϊ.

Είμαι άρρωστο, μ’ έχουν χτυπήσει και πεινάω πολύ. Μεσ’ στους θάμνους κοιμάμαι τα βράδυα και φοβάμαι πολύ.

Βοήθησέ με και θα είμαι καλό σκυλί. Δώσε μου μια ευκαιρία στη ζωή. Έχω να δώσω πίστη, αγάπη και χαρά και δεν θα μαλώνω με τα άλλα τα σκυλιά. Με όλους θα τα πηγαίνω καλά. Μονάχα στείλε μου κάποιον να μ’ αγαπά».


Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2009

Η λησμονιά είναι ιεροσυλία

ΧΩΡΑ: ΧΙΛΗ

ΠΟΛΗ: ΣΑΝΤΙΑΓΟ

ΩΡΑ: 09.10΄πμ

Ημερομηνία : 11/9/1973

Βουβαμάρα παντού! Στα ραδιόφωνα ακούγονται μόνο παράσιτα! Στους δρόμους ακούγονται εκρήξεις. Το «καραβάνι του θανάτου» ξεκίνησε. Θάνατος και πόνος το συνοδεύουν. Το όνειρο για δικαιοσύνη έγινε εφιάλτης. Το δικαίωμα του «ζειν εν ειρήνη» πνίγηκε στο αίμα. Οι πραξικοπηματίες εφαρμόζουν το Operación Silencio. Κι όμως η Επιχείρηση Σιωπή σπάει από τη συχνότητα του ραδιοσταθμού Μαγκαγιάνες ακούγεται μια ήρεμη φωνή, του εκλεγμένου προέδρου της Χιλής, Σαλβαδόρ Αγιέντε.... Μέχρι την τελευταία του πνοή θα υπερασπιστεί τα όνειρα της χώρας που τόσο αγάπησε!

«Μάλλον αυτή είναι η τελευταία μου ευκαιρία να σας μιλήσω. Η αεροπορία βομβάρδισε τους πύργους αναμετάδοσης του Ράδιο Πορτάλες και του Ράδιο Κορπορασιόν. Τα λόγια μου δεν εκφράζουν πικρία, αλλά απογοήτευση. Ας αποτελέσουν την ηθική καταδίκη γι αυτούς που παραβίασαν τον όρκο τους. Είναι στρατιώτες της Χιλής. Ο ναύαρχος Μερίνο, αυτοδιορισμένος Διοικητής των Ενόπλων Δυνάμεων και ο κ. Μεντόζα, αυτοδιορισμένος Γενικός Διευθυντής της Αστυνομίας, ένας κόλακας, που μέχρι χθες υποκρινόταν πίστη και αφοσίωση στην κυβέρνηση. Αντιμετωπίζοντας αυτά τα γεγονότα, δηλώνω στους εργάτες: Δεν θα παραιτηθώ! Είναι μια ιστορική στιγμή και θα πληρώσω με τη ζωή μου την αφοσίωση του λαού μου. Είμαι βέβαιος, πως οι σπόροι που φυτεύτηκαν στις άξιες συνειδήσεις εκατομμυρίων Χιλιανών, θα καρπίσουν. Αυτοί έχουν την εξουσία, αυτοί είναι οι κατακτητές. Όμως ούτε το έγκλημα, ούτε η βία μπορούν να διακόψουν την κοινωνική εξέλιξη.

Η Ιστορία είναι δική μας, η Ιστορία γράφεται απ’ τους λαούς. Εργάτες της πατρίδας μου, επιθυμώ να σας ευχαριστήσω για τη διαρκή σας αφοσίωση, για την εμπιστοσύνη σας σε έναν άνθρωπο που απλώς εξέφρασε την μακρόχρονη αναμονή σας για δικαιοσύνη. Που υποσχέθηκε να τηρεί το Σύνταγμα και τους Νόμους και έτσι έπραξε. Αυτή την καθοριστική στιγμή, με αυτά τα τελευταία μου λόγια, σας καλώ να διδαχθείτε από αυτό το μάθημα: Το ξένο κεφάλαιο, η ιμπεριαλιστική εξουσία, μαζί με την ντόπια αντίδραση, καλλιέργησαν το κατάλληλο κλίμα που επέτρεψε στις Ένοπλες Δυνάμεις να διαρρήξουν την παράδοση που δίδαξε ο στρατηγός Σνάιντερ και συνέχισε ο διοικητής Αράγια, θύματα κι οι δυο του ίδιου τμήματος της κοινωνίας που σήμερα περιμένει την ξένη χείρα βοηθείας να το οδηγήσει στην εξουσία και στην υπεράσπιση του πλούτου και των προνομίων του.

Απευθύνομαι ξεχωριστά, στις ταπεινές γυναίκες της πατρίδας μας, στους αγρότες που μας πίστεψαν. Στους εργάτες που δούλεψαν παραπάνω, στις μητέρες που αισθάνθηκαν το ενδιαφέρον μας για τα παιδιά τους. Στους επαγγελματίες πατριώτες, αυτούς που παρανομούσαν με την υποστήριξη των επαγγελματικών ενώσεων, των ταξικών ενώσεων, για να επωφεληθούν από τα προνόμια που παρέχει η καπιταλιστική κοινωνία. Απευθύνομαι στους νέους της Χιλής, σ’ αυτούς που τραγουδούσαν, που μετέφεραν την χαρά τους και το αγωνιστικό πνεύμα. Μιλάω στους ανθρώπους, στους εργάτες, στους αγρότες, στους διανοούμενους. Σ’ αυτούς που πρόκειται να διωχθούν, γιατί ο φασισμός εδώ και λίγες ώρες είναι παρών, με τρομοκρατικές επιθέσεις, ανατινάζοντας γέφυρες, κόβοντας τις σιδηροδρομικές γραμμές, καταστρέφοντας αγωγούς πετρελαίου και αερίου, μπροστά στα μάτια αυτών που είχαν το καθήκον να επέμβουν, αλλά αποδείχθηκαν συνεργοί σιωπώντας.

Η ιστορία θα τους κρίνει. Ο Ραδιοσταθμός του Ράδιο Μαγκαγιάνες θα σιγήσει, η ήρεμη φωνή μου δεν θα φτάνει στ’ αυτιά σας. Δεν πειράζει, θα εξακολουθείτε να μ’ ακούτε, θα εξακολουθώ να βρίσκομαι κοντά σας, τουλάχιστον η ανάμνησή μου. Θα με θυμάστε ως έναν άξιο άνδρα, αφοσιωμένο στο έθνος του. Ο λαός πρέπει να αμυνθεί, όχι να θυσιαστεί. Να αρνηθεί την υποταγή, την ταπείνωση, την απώλεια των ηθικών αξιών. Εργάτες της πατρίδας μου. Πιστεύω στη Χιλή και το πεπρωμένο της. Ότι θα ξεπεράσουμε αυτές τις πικρές, γκρίζες ώρες της προδοσίας. Ότι όπως γνωρίζετε, αργά ή γρήγορα οι μεγάλες λεωφόροι θα ξανανοίξουν και ο ελεύθερος άνθρωπος θα τις διαβεί για να χτίσει μια καλύτερη κοινωνία.

Ζήτω η Χιλή! Ζήτω ο Λαός! Ζήτω οι εργάτες!

Αυτά είναι τα τελευταία μου λόγια.Είμαι σίγουρος πως η θυσία μου δεν είναι μάταια.
Έχω τη βεβαιότητα, πως θα αποτελέσει τουλάχιστον ένα ηθικό μάθημα για την καταδίκη των κακούργων, των προδοτών, των επίορκων
».

Όποιος δεν μαθαίνει από την Ιστορία είναι καταδικασμένος να την ξαναζήσει!

Το τελευταίο ποίημα του Victor Jara




Στη μνήμη του Βικτόρ Χάρα, ενός μεγάλου ποιητή, τραγουδιστή και αγωνιστή, που δολοφονήθηκε από το «καραβάνι του θανάτου» στη Χιλή. Έζησε πιστεύοντας μόνο στην αγάπη και στα ανθρώπινα δικαιώματα, και δολοφονήθηκε επειδή δεν πρόδοσε τις αρχές του. Βασανίστηκε άγρια από τις δυνάμεις των πραξικοπηματιών στο στάδιο του Σαντιάγο. Οι ηθικοί και φυσικοί αυτουργοί της δολοφονίας του παραμένουν ατιμώρητοι!


Somos cinco mil
en esta pequeña parte de la ciudad.
Somos cinco mil

¿ Cuántos seremos en total
en las ciudades y en todo el país ?

Solo aqui
diez mil manos siembran
y hacen andar las fabricas.


¡ Cuánta humanidad
con hambre, frio, pánico, dolor,
presión moral, terror y locura !

Seis de los nuestros se perdieron
en el espacio de las estrellas.


Un muerto, un golpeado como jamas creí
se podria golpear a un ser humano.
Los otros cuatro quisieron quitarse todos los temores
uno saltó al vacio,
otro golpeandose la cabeza contra el muro,
pero todos con la mirada fija de la muerte.

¡ Qué espanto causa el rostro del fascismo !
Llevan a cabo sus planes con precisión artera
Sin importarles nada.
La sangre para ellos son medallas.
La matanza es acto de heroismo
¿ Es este el mundo que creaste, dios mio ?
¿Para esto tus siete dias de asombro y trabajo ?
en estas cuatro murallas solo existe un numero
que no progresa,
que lentamente querrá más muerte.

Pero de pronto me golpea la conciencia
y veo esta marea sin latido,
pero con el pulso de las máquinas
y los militares mostrando su rostro de matrona
llena de dulzura.
¿ Y Mexico, Cuba y el mundo ?
¡ Que griten esta ignominia !
Somos diez mil manos menos
que no producen.
¿Cuántos somos en toda la Patria?
La sangre del companero Presidente
golpea más fuerte que bombas y metrallas
Asi golpeará nuestro puño nuevamente

¡Canto que mal me sales
Cuando tengo que cantar espanto!
Espanto como el que vivo
como el que muero, espanto.
De verme entre tanto y tantos
momentos del infinito
en que el silencio y el grito
son las metas de este canto.
Lo que veo nunca vi,
lo que he sentido y que siento
hara brotar el momento...


(Victor Jara, Estadio Chile, Septiembre 1973)

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2009

Μια ιστορία αγάπης

Μια φορά κι έναν καιρό, πολλά χρόνια πριν, τόσα που κανείς δεν μπορεί να τα μετρήσει, σε μια βαθειά κοιλάδα, καλά προστατευμένη από ψηλά καταπράσινα βουνά, ζούσε μια φυλή ανθρώπων, που είχαν τις καλύβες τους χτισμένες γύρω από μια μεγάλη λίμνη.
Ποτέ δεν αισθάνθηκαν την ανάγκη να εγκαταλείψουν την κοιλάδα τους για να δουν πώς είναι ο υπόλοιπος κόσμος, αφού εκεί είχαν όλα όσα επιθυμούσαν. Άφθονο νερό που το κατέβαζε το ποτάμι από τα βουνά, εύφορη γη που μπορούσαν να την καλλιεργήσουν και να τους δίνει τα αγαθά της, η λίμνη τους ήταν γεμάτη ψάρια και ο ουρανός τους γαλανός. Ο αέρας έφερνε τις μυρωδιές από τα ψηλά δέντρα και η κοιλάδα τους, όταν δεν ακουγόταν οι χαρούμενες φωνές των παιδιών τους που έπαιζαν και τραγουδούσαν γέμιζε από τις φωνές των πουλιών.
Οι άνθρωποι ζούσαν ευτυχισμένοι υπό την καθοδήγηση του Μεγάλου Αρχηγού τους, ενός ανθρώπου συνετού και καλόκαρδου που σεβόταν και αγαπούσε τη Μάνα Γη και όλα της τα πλάσματα. Ο Μεγάλος Αρχηγός ζούσε με τη γυναίκα του και με την κόρη του στην καλύβα τους που βρισκόταν πολύ κοντά στην όχθη της λίμνης. Κάθε μέρα η μικρή έτρεχε χαρούμενη στην όχθη της λίμνης και κάθε βράδυ έλεγε στη μητέρα της ότι κάποια μέρα θα ακολουθήσει τις όχθες του ποταμού, για να βρει τις πηγές του. Η μητέρα της κοίταζε με ανησυχία τον πατέρα της, αλλά εκείνος της έγνεφε:
-Μη νοιάζεσαι είναι ακόμη πολύ μικρή. Θα δεις όταν θα μεγαλώσει θα τα ξεχάσει όλα αυτά! Θα δεις.
-Μακάρι να έχεις δίκαιο έλεγε η μητέρα και συνέχιζε τις δουλειές που κάνουν όλες οι γυναίκες στο σπίτι, αφού βάλουν τα παιδιά στο κρεβάτι τους.
Τα χρόνια περνούσαν και η μικρή μεγάλωνε. Όσο μεγάλωνε άφηνε το κρεβάτι της αχάραγα και με την πρώτη ακτίδα του ήλιου έτρεχε και πήγαινε να καθίσει στην όχθη της λίμνης. Έμενε εκεί ακίνητη μέχρι που ο άρχοντας του ουρανού να ξεκινήσει το ταξίδι του για το ανάκτορό του και να αφήσει τον ουρανό στα αστέρια. Τότε μόνον γύριζε στο σπίτι αμίλητη. Μάταια η μάνα της τη ρωτούσε τί είχε και γιατί φερόταν έτσι, γιατί δεν έκανε ό,τι και όλα τα υπόλοιπα κορίτσια της ηλικίας της. Εκείνη σπάνια μιλούσε. Ξάπλωνε στο κρεβάτι και περίμενε την ώρα που ο άρχοντας της ημέρας θα χαμογελούσε με νόημα στη γη, για να τρέξει έξω από το σπίτι της. Μοναδικός της σύντροφος ο πιστός της σκύλος. Την έβλεπαν να κάθεται μαζί του στην όχθη της λίμνης και κάπου-κάπου να του μιλάει και όλοι οι άνθρωποι κουνούσαν το κεφάλι τους σκεπτόμενοι ότι μεγάλη δυστυχία είχε χτυπήσει τον Αρχηγό τους. Πολλές φορές αναρωτιώταν γιατί το Μεγάλο Πνεύμα έστειλε τέτοια δοκιμασία στον Αρχηγό τους.
Μια νύχτα η μητέρα της άρχισε να τη ρωτάει και πάλι τί της συμβαίνει και να τη συμβουλεύει ότι πρέπει να διαλέξει ένα νέο για να κάνει τη δική της οικογένεια, εκείνη της απάντησε ότι δεν επρόκειτο να παντρευτεί κανέναν άνδρα από την φυλή της, γιατί αγαπούσε άλλον. Η μητέρα της την ρώτησε που τον συνάντησε, αφού από παιδί δεν έκανε τίποτε άλλο από το να κάθεται στην όχθη της λίμνης. Είχε ερωτευθεί τον ήλιο. Τον είχε αγαπήσει από παιδί, όταν ο φωτεινός θεός του ουρανού, της χάϊδευε το πρόσωπο και της ζέσταινε την καρδιά. Μάλιστα ανακοίνωσε στη μάνα της ότι ήταν αποφασισμένη να πάει να τον βρει.
Μάταια η μάνα και ο πατέρας της προσπάθησαν να την πείσουν ότι κανένας θνητός δεν είναι δυνατόν να ερωτευτεί και να παντρευτεί με έναν θεό και ότι πέρα από τα βουνά δεν υπάρχει τίποτε. Ότι η θέση της ήταν στο χωριό της. Η κοπέλα ήταν αποφασισμένη να φτάσει ως την άκρη της γης, να βρει τα τέσσερα δέντρα που στήριζαν τον ουρανό και να ανεβεί, για να συναντήσει τον αγαπημένο της. Έφυγε αξημέρωτα από το σπίτι της με μόνη συντροφιά το σκύλο της. Έτσι εγκατέλειψε το σπίτι της και το χωριό της για χάρη της αγάπης της.
Οι δυό τους ακολούθησαν το ποτάμι προς το βουνό. Περπάτησαν μέρες και νύχτες αναζητώντας τα δέντρα που στήριζαν τον ουρανό. Ο καιρός περνούσε και οι δύο σύντροφοι περπατούσαν ώρες ατελείωτες. Η ελπίδα, όμως, δεν εγκατέλειπε την καρδιά της κοπέλας. Ήταν τόσο σίγουρη και τόσο αποφασισμένη που δεν φοβόταν τίποτε. Οι θεοί, όμως, θύμωσαν με την απόφασή της να βρει τα δέντρα που στήριζαν τον ουρανό και αποφάσισαν να την τιμωρήσουν. Η κούραση ήταν αδύνατο να νικηθεί. Οι δύο σύντροφοι κάθησαν σ’ ένα ξέφωτο πολύ μακριά από το χωριό και το σπίτι της για να ξεκουραστούν για λίγο. Τότε οι θεοί αποφάσισαν να τιμωρήσουν την κοπέλα για την αυθάδειά της, η οποία αν και ήταν θνητή τόλμησε να ερωτευθεί έναν θεό, έτσι έστειλαν τον ύπνο για να βαρύνει τα μάτια της και να κοιμηθεί. Αυτή κοιμήθηκε, αλλά ο μικρός της σύντροφος έμεινε ξύπνιος δίπλα της να την προσέχει.
Ο καιρός περνούσε και η κοπέλα συνέχισε να κοιμάται. Ακοίμητος φρουρός δίπλα της ο μοναδικός φίλος της, το πιστό σκυλί της. Ήρθε το φθινόπωρο και ύστερα ο χειμώνας. Η κοπέλα από την αγκαλιά του ύπνου, πέρασε στην αγκαλιά του θανάτου, το ίδιο και ο πιστός της φίλος. Όμως την ψυχή της την παρέσυρε ο άνεμος. Μόνη και λυπημένη η ψυχή της κοπέλας βρέθηκε κάτω από ένα σωρό από ξερά φύλλα και κλαδιά. Η ψυχή του πιστού της, τετράποδου συντρόφου την ακολούθησε και έμεινε μαζί της. Κανείς δεν ξέρει πόσος καιρός πέρασε από τότε που οι ψυχές καλύφθηκαν κάτω από τα ξερά φύλλα και τα κλαδιά, μέχρι που το Μεγάλο Πνεύμα αποφάσισε ότι οι δύο ψυχές που αγάπησαν τόσο πολύ δεν έπρεπε να χαθούν. Έστειλε, λοιπόν το μεγάλο πολύχρωμο πουλί που κατοικεί στον Αυγερινό να τις μαζέψει και να τις φέρει στον ουρανό.
Εκεί, το Μεγάλο Πνεύμα μεταμόρφωσε την κοπέλα στη Σελήνη και το μικρό της σύντροφο τον τοποθέτησε στην αγκαλιά της, για να μην χωριστούν ποτέ. Όσο για αυτόν που είχε αγαπήσει τόσο πολύ που δεν δίστασε να εγκαταλείψει την οικογένεια, το σπίτι της και να δώσει τη ζωή της, δεν θα μπορούσε να τον συναντήσει ποτέ, μόνον κάποιες φορές θα μπορούσε να τον βλέπει από μακριά. Τότε είναι που ενώ ο Ήλιος λάμπει στον ουρανό φαίνεται κατάχλωμη η Σελήνη να τον κοιτά! Τότε ακριβώς είναι που φαίνονται ο Ήλιος και η Σελήνη μαζί στον ουρανό. Η αγάπη είναι μεγαλειώδης και τολμηρή. Έτσι αποφάσισε το Μεγάλο Πνεύμα...