Τετάρτη 5 Αυγούστου 2009

Μια κρυφή συζήτηση...


Μια φορά κι έναν καιρό, την εποχή που οι Θεοί αποφάσισαν να δημιουργήσουν τον άνθρωπο, έφτιαξαν έναν άνδρα και μια γυναίκα, τους ανέβασαν σε μια ηλιαχτίδα και τους άφησαν να κατεβούν στη γη.
Η ηλιαχτίδα, όμως, καθώς περνούσε μέσα απ’ τα σύννεφα έσπασε και τότε ο άνδρας προσγειώθηκε αλλού και η γυναίκα μακριά του. Χάθηκαν! Ο ένας ήταν μακριά απ’ τον άλλον. Δεν μπορούσαν να βρεθούν κι ας έψαχναν απεγνωσμένα.
Τότε οι Θεοί έδωσαν εντολή στη Σελήνη να οδηγήσει τη γυναίκα στην περιοχή που είχε πέσει ο άνδρας. Η Χλωμή Θεά του Ουρανού έριξε το φως της κι έδειξε το δρόμο στη γυναίκα. Όμως, ο δρόμος ήταν μακρύς και το χώμα σκληρό, γεμάτο πέτρες. Τα γυμνά πόδια της γυναίκας, σε λίγο γέμισαν πληγές. Προσπάθησε να τα πλύνει σ’ ένα ποτάμι, αλλά δεν μπορούσε πια να περπατήσει...
Η σύζυγος του Δημιουργού του Κόσμου, που είχε αναλάβει τη γυναίκα υπό την προστασία της, στράφηκε στη γη και της ζήτησε να την διευκολύνει. Η απόσταση που έπρεπε να διανύσει ήταν μεγάλη και δεν θα μπορούσε να το κάνει χωρίς βοήθεια. Τότε η Μάνα Γη άπλωσε πάνω της χορτάρι, για να βοηθήσει εκείνη την πρώτη γυναίκα. Πράγματι, τώρα το περπάτημα ήταν πολύ εύκολο, όμως, η φύση ήταν γεμάτη πειρασμούς: λουλούδια, αρώματα, πουλιά και πεταλούδες. Η γυναίκα άρχισε το βλέμμα της να πλανηθεί. Μαγεύτηκε και στάθηκε να χαιρετίσει τα λουλούδια και να ακούσει τα πουλιά. Παρακολούθησε το τίναγμα των φτερών της πεταλούδας και ξεχάστηκε. Καθυστερούσε στο δρόμο.
Οι Θεοί, τώρα, είχαν να αντιμετωπίσουν ένα νέο πρόβλημα. Τότε, σκέφτηκαν να φτιάξουν τη μουσική. Αποφάσισαν ότι ο καλύτερος τρόπος, για να μεταφερθεί στη γη ήταν δια του Ανέμου. Αυτός δέχθηκε αμέσως την αποστολή και μέχρι οι θεοί ν’ ανοιγοκλείσουν για μια στιγμή τα μάτια τους, ο Άνεμος βρέθηκε στη γη, έβγαλε το κοχύλι του κι άρχισε να φυσά.
Οι νότες ξεχύθηκαν και πλημμύρισαν τη γη. Οι πρώτοι άνθρωποι μαγεμένοι άρχισαν να περπατούν προς το μέρος απ’ όπου ακούγονταν οι νότες, σαν υπνωτισμένοι.
Περπάτησαν ασταμάτητα μέρες και μέρες μέχρι που συνάντησαν τον άνεμο που εξακολουθούσε να βγάζει μέσα απ’ το κοχύλι του τις νότες. Τον κοίταξαν με θαυμασμό και έμειναν έτσι ακίνητοι. Ο απεσταλμένος των θεών τους λυπήθηκε και δεν σταμάτησε να φυσά το κοχύλι του. Οι δύο άνθρωποι έμεναν εκεί ακίνητοι, δεν αντάλλαξαν ούτε μια λέξη, ούτε ένα βλέμμα. Οι Θεοί που έβλεπαν τη σκηνή, έστειλαν στον άνεμο μια πεταλούδα να του ψιθυρίσει στο αυτί ότι αποστολή του ήταν να προσπαθήσει ώστε ο άνδρας και η γυναίκα να γίνουν ζευγάρι. Τότε ο άνεμος σκέφτηκε ν’ αλλάξει ρυθμό και έπαιξε έναν των 2/4 ή 4/4. Έτσι γεννήθηκε το τάνγκο.
-Θα είναι ένας διάλογος χωρίς λόγια που θα απαιτεί την απόλυτη συνύπαρξη και τον δύο σας, σκέφτηκε ο άνεμος και συνέχισε να φυσά το κοχύλι του.
-Θα είναι μια θλιβερή σκέψη που χορεύεται. Μια ιστορία αγάπης, φώναξε ο έρωτας.
Οι άνθρωποι έσφιξαν τα χέρια κι άρχισαν να δημιουργούν τα βήματα της ιστορίας της αγάπης τους. Τα χρόνια πέρασαν. Οι εποχές της δημιουργίας άλλαξαν. Πολλά πράγματα που δεν θα έπρεπε να έχουν ξεχαστεί, λησμονήθηκαν. Μεταξύ αυτών και το τάνγκο.
Μετά ήρθαν οι κονκισταδόρες. Τίποτε πια δεν θα ήταν όπως παλιά. Ό,τι ονειρεύτηκαν, δημιούργησαν κι αγάπησαν οι παλαιοί έπρεπε να σβηστεί, να πάψει να υπάρχει. Οι παλιές μνήμες και οι νότες έτρεξαν να κρυφτούν όπως και οι παλιοί θεοί στις πέτρες και στις σκοτεινές γωνιές, για να σωθούν. Εκεί στις σκοτεινές γωνιές, στις «Ακαδημίες», όπως τις έλεγαν, που δεν πλησίαζαν οι καθώς πρέπει άνθρωποι, κρύφτηκαν και οι ρυθμοί που έπαιξε ο άνεμος με το κοχύλι του, μαζί με τους παράνομους. Έγιναν η φωνή των δρόμων, οι ήχοι των gauchos, οι ήχοι των μαύρων σκλάβων, οι ήχοι της Αβάνα.
Ο ρυθμός των 2/4 ή 4/4 μεταμορφώθηκε σε μια μορφή υποκριτικής των ανθρώπινων σχέσεων όπου ο ένας στηρίζεται στον άλλον. Όπου ο ένας απαιτεί και, ταυτόχρονα, δίνεται στον άλλον... Το Μπαντονεόν, ένα δύσκολο μουσικό όργανο που έφτασε από τη Γερμανία, ενώθηκε με το τάνγκο, που τώρα χαρακτηρίζεται ο χορός του δρόμου. Κυνηγήθηκε κι απαγορεύτηκε από την εκκλησία και την εξουσία ως άσεμνο, όμως αυτό δεν εκφράζει τίποτε άλλο από την ένωση δύο ανθρώπων, την ανάγκη τους να αγκαλιαστούν, να σφίξουν τα χέρια και να δραπετεύσουν και τελικά, να ζήσουν μια στιγμή σαν μια ολόκληρη ζωή. Είναι μια κρυφή συζήτηση, κάτι που μοιράζεται χαμηλόφωνα... Είναι όπως η ζωή. Ο άνδρας προτείνει και η γυναίκα διάλεγει. Τον ακολουθεί ή τον αρνείται...
(Πηγές: Η Μυθολογία των Μάγιας, La Historia del Tango)

Τρίτη 4 Αυγούστου 2009

Στη χώρα του κακάο


Μια φορά κι έναν καιρό, όταν ακόμη οι άνθρωποι δεν είχαν μάθει την τέχνη να καλλιεργούν τη γη και ίσα που κατάφερναν να επιβιώσουν, η ζωή ήταν ιδιαίτερα σκληρή στην περιοχή που σήμερα ονομάζεται Μεξικό.

Οι θεοί που δημιούργησαν τους ανθρώπους έβλεπαν τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν και μαζεύτηκαν, για να αποφασίσουν τί θα κάνουν με την κατάσταση αυτή. Συζήτησαν ώρες ολόκληρες και στο τέλος αποφάσισαν να τους βοηθήσουν. Αποφάσισαν να αναθέσουν στον αδελφό τους, το Θεό του Ανέμου, Κετζαλκοάτλ, -αφού πάρει τη μορφή ανθρώπου, να πάει στην πόλη Τόγια, που σημαίνει τόπος των εργατικών και τίμιων ανθρώπων-, την αποστολή, να διδάξει στους ανθρώπους τις επιστήμες και τις τέχνες.

Ο Κετζαλκοάτλ, που έβαζε το καθήκον πάνω απ’ όλα και αγαπούσε περισσότερο απ΄ όλους τους θεούς τους ανθρώπους, δέχθηκε με χαρά την αποστολή που του ανέθεσαν και μεταμορφώθηκε σε ένα σεβάσμιο γέροντα με μια μακριά άσπρη γενειάδα. Ανέβηκε σε μια ακτίνα του Αυγερινού και, σχεδόν, αξημέρωτα, βρέθηκε στην πόλη Τόγια. Οι άνθρωποι έμειναν άφωνοι βλέποντας τον καλοντυμένο και σεβάσμιο γέροντα και αμέσως κατάλαβαν ότι δεν επρόκειτο για κάποιον κοινό θνητό. Του δήλωσαν υποταγή και καστέστρεψαν τα ομοιώματα των άσχημων θεών τους. Στη συνοδεία του Κετζαλκοάτλ ήταν και ο θεός Τλάλοκ, ο άρχοντας της Γης και ο εξουσιαστής της Βροχής, αυτός που έδινε ζωή, αλλά και προστάτευε τις ψυχές όταν ερχόταν η ώρα να εγκαταλείψουν τα σώματα. Επίσης, η Σοτσικετσάλ, η πανέμορφη θεά της ευτυχίας και της αγάπης, σύζυγος του Τλάλοκ. Η θεά της ευτυχίας και της αγάπης ήταν αυτή που ανακάλυψε το πούλκε, δηλαδή το «λευκό ποτό», που παρασκευάζεται από την απόσταξη του υδρόμελου που περιέχεται στην καρδιά του φυτού μαγουέϊ. Το φυτό αυτό είναι γνωστότερο ως «αθάνατος». Όποιος κατανάλωνε αυτό το ποτό αισθανόταν μεγάλη ευφορία και γι αυτό όλοι έπρεπε να προσέχουν, γιατί υπερκατανάλωση σήμαινε ένα γενναίο μεθύσι με όλες τις συνέπειες.

Οι θεοί ήταν καλοί και υπομονετικοί, αγάπησαν το λαό και τον δίδαξαν, μέχρι που έγινε ένας λαός σοφός και καλλιτέχνης. Του έμαθαν την κίνηση των άστρων και πώς να μετρά το χρόνο και να σημειώνει στο ημερολόγιο την αλλαγή των εποχών, ώστε να μπορεί να εκμεταλλεύεται την εποχή των βροχών και έτσι να εξασφαλίζει την τροφή.

Ο Κετζαλκοάτλ, όμως, ήταν ο θεός που αγαπούσε περισσότερο τους ανθρώπους και ήταν έτοιμος όχι μόνον να τους διδάξει, αλλά και να τους δώσει ακόμη και πράγματα που οι υπόλοιποι θεοί θεωρούσαν μόνον δικά τους.

Πριν να εγκαταλείψει τους ουρανούς ο Κετζαλκοάτλ έκλεψε από τους θεούς το σπόρο ενός δέντρου που η καλλιέργειά του και οι καρποί του θεωρούντο θεϊκή απόλαυση, τον σπόρο του κακάο. Οι θεοί κρατούσαν καλά φυλαγμένο το μυστικό τους. Τα χρόνια περνούσαν και όσο ο Κετζαλκοάτλ έμενε με τους ανθρώπους, τόσο περισσότερο τους αγαπούσε. Τον σπόρο αυτού του δέντρου, όμως, τον κρατούσε κρυμμένο. Κάποτε αποφάσισε ότι ήρθε η ώρα να διδάξει στους ανθρώπους την καλλιέργειά του.

Ο Κετζαλκοάτλ φύτεψε το σπόρο στην Τούλα και ζήτησε από τον Τλάλοκ να τον ποτίσει με τις βροχές του και από την Θεά της Ευτυχίας και της Αγάπης να του χαρίσει λουλούδια. Το ζευγάρι δεν μπόρεσε να αρνηθεί τη χάρη που τους ζήτησε ο αδελφός τους. Έτσι, εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη γη ένα μικρό δεντράκι που τα φύλλα του, σχεδόν άγγιζαν το χώμα, είχε πεντάφυλλα λουλούδια που στη συνέχεια μεταμορφώνονταν σε σκουρόχρωμους καρπούς. Όταν ήρθε η ώρα της συγκομιδής ο Κετζαλκοάτλ κάλεσε όλες τις γυναίκες και τις δίδαξε τον τρόπο της συλλογής του καρπού, τον τρόπο του ψησίματος και αλέσματος. Μετά ο Άρχοντας του Ανέμου έμαθε στις γυναίκες πώς να ανακατεύουν τη σκόνη με νερό στα σκεύη, παρασκευάζοντας το θεϊκό ποτό την σοκολάτα, που στη ντόπια γλώσσα σημαίνει «ζεστό νερό». Αργότερα οι γυναίκες, για να γλυκάνουν τους πολεμιστές και κυνηγούς της φυλής ανακάτεψαν το ποτό με μέλι και όταν εμφανίστηκαν οι κονκισταδόρες πρόσθεσαν ζάχαρη και γάλα.

Οι κάτοικοι της πόλης των εργατικών και των τίμιων ανθρώπων έγιναν πλούσιοι, μεγάλοι καλλιτέχνες και κατασκευαστές. Έπιναν τη σοκολάτα και αισθάνονταν ευτυχία. Το γεγονός όμως δεν πέρασε απαρατήρητο από τους υπόλοιπους θεούς, οι οποίοι ζήλεψαν την ευτυχία των ανθρώπων και θύμωσαν πάρα πολύ με τον Κετζαλκοάτλ που έκλεψε τους αδελφούς του, για να κάνει ευτυχισμένους τους ανθρώπους.

Τότε σκέφτηκαν να οργανώσουν ένα σχέδιο εκδίκησης. Έστειλαν, λοιπόν, τον Τεζκατλικόπα, που το όνομά του σημαίνει το «είδωλο του ατμού», τον άρχοντα της νύχτας και της ομίχλης. Ο σκοτεινός θεός, είχε ανοικτούς λογαριασμούς με τον Άρχοντα του Ανέμου και σκέφτηκε ότι ήρθε η ώρα να λογαριαστεί μαζί του. Ανέβηκε στον ιστό μιας αράχνης, μεταμφιέστηκε σε έμπορο, έφτασε στην πόλη των εργατικών και τίμιων ανθρώπων και πρόσφερε στον εχθρό του ένα ποτό από το φυτό μουγέϊ που είχε ανακαλύψει η Θεά της Ευτυχίας και της Αγάπης. Ο Κετζαλκοάτλ ήπιε το ποτό χωρίς να γνωρίζει ότι ήταν το πούλκε. Μέθυσε και άρχισε να φωνάζει, να γελά και να χορεύει μπροστά στους ανθρώπους, που δεν πίστευαν στα μάτια τους βλέποντας τα καμώματα του σοφού τους δασκάλου που του είχαν δώσει την εμπιστοσύνη και την αγάπη τους.

Στη συνέχεια ο Κετζαλκοάτλ έχασε τις αισθήσεις του και έπεσε στο χώμα. Κοιμήθηκε ώρα και όταν ξύπνησε κατάλαβε ότι οι υπόλοιποι θεοί είχαν καταφέρει να τον ατιμάσουν και ότι στόχος ήταν η καταστροφή του λαού που τόσο αγάπησε. Από την άλλη ντρεπόταν τόσο πολύ για την ανοησία του και τα καμώματά του, που δεν είχε το θάρρος να κοιτάξει στα μάτια τους ανθρώπους, που τους έμαθε να ζουν με αρχές, να είναι ενάρετοι και αγαθοί. Τότε αποφάσισε να φύγει.

Πήρε το δρόμο που οδηγούσε στη θάλασσα και όταν έφτασε σε μια περιοχή, που σήμερα οι άνθρωποι την ονομάζουν Ταμπάσκο, φύτεψε και τους τελευταίους σπόρους του κακάο. Τους ευλόγησε κι εκείνοι άνθισαν. Κοίταξε τα μικρά δεντράκια, χαμογέλασε και σκέφτηκε:

-Ας μείνουν οι καρποί τους, για να θυμίζουν στους ανθρώπους πόσο πολύ τους αγάπησε ο θεός του φωτός, ο Άρχοντας του Ανέμου.

Κοίταξε για μια τελευταία φορά πίσω, προς το μέρος της αγαπημένης του πόλης, μπήκε στη θάλασσα και χάθηκε ακολουθώντας τις ακτίνες του πρώτου άστρου...


(Πηγή: Μυθολογία των Τολτέκων και των Μάγια)

Κυριακή 2 Αυγούστου 2009

Η ιστορία ενός σκλάβου...


Μια φορά κι έναν καιρό, στη μακρινή χώρα του καφέ, εκεί που οι λευκοί αφέντες αγόραζαν και πουλούσαν τις καραβιές από μαύρους σκλάβους που αιχμαλώτιζαν οι δουλέμποροι στην Αφρική, ζούσε ο πιο λυπημένος σκλάβος της γης, ο Πέδρο.
Την χώρα όπου είχε γεννηθεί ο πατέρας του δεν τη γνώρισε ποτέ. Μια ομάδα δουλεμπόρων τον είχε αιχμαλωτίσει και τον μετέφερε με αλυσσίδες στα πόδια και τα χέρια στη χώρα αυτή. Εκεί τον πατέρα του Πέδρο τον αγόρασε, μαζί με άλλους σκλάβους, ο αφέντης Κορρέα, ο οποίος είχε μια τεράστια φυτεία καφέ. Η μητέρα του Πέδρο κι αυτή ήταν σκλάβα «δεύτερης γενιάς». Ο Πέδρο ελάχιστα θυμόταν τον πατέρα του, γιατί προσπάθησε να αποδράσει και πέθανε δεμένος σ’ ένα πάσσαλο, προς παραδειγματισμό των υπολοίπων.
Ο Πέδρο από τη στιγμή που είδε το φως του ήλιου και θυμόταν τον ευατό του, γνώρισε μόνο τη δουλειά, το μαστίγιο και το φόβο. Πέρα από τη φυτεία και το γύρο δάσος δεν μπορούσε να πάει πουθενά αλλού, χωρίς την άδεια του αφέντη Κορρέα. Ο αφέντης του ήταν σκληρόκαρδος και βάρβαρος και οι σκλάβοι τον μισούσαν. Για το τίποτε δεν δίσταζε να τους τιμωρεί σκληρά, άλλωστε ο Κορρέα μπορούσε να αποφασίσει ποιός θα ζήσει και ποιός θα πεθάνει, σύμφωνα με το νόμο των λευκών.
Η μοίρα του Πέδρο έμοιαζε να είναι συνδεδεμένη με τη μοίρα του αφέντη του. Την ημέρα που ο Κορρέα έχασε τη γυναίκα του, μετά από μακροχρόνια ασθένεια, αποφάσισε ότι έφταιγε ο Πέδρο και για να τον τιμωρήσει πούλησε τη γυναίκα του και το νεογέννητο παιδί τους. Ούτε μια μέρα δεν περνούσε που ο δούλος από την Αφρική να μη σκέφτεται τη γυναίκα του και το παιδί του. Κάθε φορά που έβλεπε την κόρη του αφέντη του, την Αλίκη, τα μάτια του γέμιζαν δάκρυα.
Πού να βρίσκονται άραγε η γυναίκα και η κόρη του. Παρακαλούσε το Θεό να τιμωρήσει τον αφέντη και να του πάρει την Αλίκη. Ύστερα, κοίταζε το νεαρό κορίτσι, έβλεπε τον τρόμο στα μάτια της, θαύμαζε την ομορφιά της και παρακαλούσε το Θεό να μην ακούει τις κακίες της.
Δεν υπήρχε σκλάβος που να μην μισεί τον αφέντη Κορρέα και να μην αγαπά και να σέβεται τη μικρή Αλίκη, η οποία, κρυφά από τον πατέρα της πάντα προσπαθούσε να τους βοηθήσει.
Κάποια μέρα, λοιπόν, η Αλίκη ξέφυγε από την επιτήρηση του πατέρα της και βγήκε από τη φάρμα, για να περπατήσει μέσα στο πυκνό δάσος της περιοχής. Παρακολουθώντας τα πουλιά, τις πεταλούδες και τα λουλούδια η μικρή Αλίκη χάθηκε και δεν μπορούσε να γυρίσει πίσω στο σπίτι της. Πανικοβλήθηκε, άρχισε να τρέχει και να φωνάζει, αλλά ποιός να την ακούσει. Έκλαιγε, παρακαλούσε για βοήθεια, αλλά τίποτε ήταν μόνη της, χαμένη. Μετά από ώρες σωριάστηκε στο έδαφος...
Όταν ήρθε το ηλιοβασίλεμα, η καμπάνα της φάρμας χτύπησε, ανακοινώντας στους σκλάβους το τέλος της δουλειάς. Όταν πλησίαζαν οι σκλάβοι είδαν στο σπίτι να επικρατεί αναταραχή. Ο επιστάτης τους διέταξε να μαζευτούν γιατί τους ήθελε ο αφέντης. Ο Πέδρο διέκρινε στα παγωμένα μάτια του Κορρέα τη σκιά του φόβου και πριν προλάβει να χαρεί άκουσε τον αφέντη να μιλά με μαλακιά φωνή γεμάτη αγωνία.
-Έχασα την Αλίκη. Όποιος μου φέρει πίσω την μονάκριβή μου, αγαπημένη κόρη θα του χαρίσω την ελευθερία του, είπε ο αφέντης και έκανε με το χέρι του την χαρακτηριστική κίνηση, για να δείξει στους σκλάβους ότι έπρεπε να αρχίσουν να ψάχνουν.
Ποιός να πιστέψει τα λόγια του αφέντη, αλλά και κανενός η καρδιά δεν βαστούσε να εγκαταλείψει την Αλίκη, αυτό τον άγγελο. Από την άλλη πάλι, η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία!
Ο Πέδρο μπήκε στο δάσος και άρχισε να ψάχνει, όταν ξαφνικά σταμάτησε απότομα. Κάθισε στη ρίζα ενός δέντρου και έφερε μπροστά του την εικόνα της γυναίκας του με σκυμμένο το κεφάλι και αγκαλιά την κόρη τους να ακολουθεί το νέο της αφέντη. Το μυαλό του σκοτείνιασε, τα μάτια του πλημμύρισαν από δάκρυα. Σκέφτηκε να φύγει, να κρυφτεί μέσα στο δάσος ή να καθίσει εκεί και να γυρίσει μετά από ώρες και να πει ότι δεν βρήκε ίχνος της Αλίκης. Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκε την Αλίκη που τον είχε πλησιάσει την ώρα που έκλαιγε κρυφά όταν πουλήθηκε η οικογένειά του και του είχε πει:
-Πέδρο, σου ζητώ συγγνώμη!
Αμέσως σηκώθηκε επάνω, σκούπισε από τα μάτια του τα δάκρυα και άρχισε να περπατά και να φωνάζει: Αλίκη. Έψαξε ώρες ολόκληρες, αλλά τίποτε. Λες και το δάσος είχε καταπιεί την μικρή. Ακούμπησε σε ένα δέντρο, για να πάρει μια ανάσα, όταν άκουσε το θρόϊσμα των ξερών φύλων κι άκουσε κάτι σαν λυγμό. Πλησίασε και είδε το μικρό κορίτσι να είναι σωριασμένο στο χώμα.
-Δεσποινίς Αλίκη! Φώναξε ο σκλάβος Πέδρο.
-Βοήθησέ με σε παρακαλώ. Βγάλε με από δω...Ποιός είναι;
Ο Πέδρο την φορτώθηκε και την έφερε στο σπίτι. Φυσικά ο αφέντης δεν τήρησε την υπόσχεσή του και την επομένη ημέρα ο Πέδρο ήταν δεμένος σ’ ένα πάσαλο για τιμωρία, επειδή ήταν κουρασμένος και δεν μπορούσε να δουλέψει. Η Αλίκη, όμως, μόλις έμαθε ποιά τύχη επιφύλαξε ο πατέρας της στον σωτήρα της, απαίτησε από τον αφέντη να τηρήσει την υπόσχεσή του. Πράγματι, πριν από το τέλος της ημέρας, ο Πέδρο βάδιζε το μονοπάτι της ελευθερίας. Εγκατέλειψε τη φάρμα, αφού πρώτα γονάτισε και φίλησε τα χέρια της μικρής Αλίκης.
Ο μαύρος άνδρας είχε πάει στους λόφους και είχε χτίσει μια καλύβα, κοντά σ’ ένα καταρράκτη και κάπου-κάπου κατέβαινε στην πόλη και αντάλλασσε ψίγματα χρυσού με καπνό, φαγητό και κρασί. Η ιστορία του Πέδρο κουβεντιαζόταν σε όλη την επαρχία. Την ιστορία για το χρυσό του Πέδρο την είχε ακούσει και ο αφέντης Κορρέα, αλλά δεν την πίστεψε.
-Οι παρακατιανοί τα παραλένε πάντα, σχολίαζε.
Μια μέρα, όμως, που και αυτός ήταν στην πόλη, είδε τον Πέδρο να δίνει ψίγματα χρυσού και να παίρνει τα αναγκαία. Τότε μέσα του φούντωσε η απληστία και σκέφτηκε ότι αυτό το τομάρι έπρεπε να του πει το μυστικό του. Μια νύχτα σκοτεινή συνοδευόμενος από μια ομάδα τσιράκια του, ο Κορρέα πήγε στην καλύβα του Πέδρο τον συνέλαβε, τον έδεσε πίσω από ένα άλογο και τον έφερε πίσω στη φάρμα.
-Πού βρήκες το χρυσάφι; Αν δεν μιλήσεις με το καλό θα το κάνεις με το άγριο, του φώναζαν
- Αφέντη, ο Πέδρο δεν μπορεί να πει, γιατί...
Το μαστίγιο έπεσε με δύναμη επάνω του πολλές φορές. Ο Πέδρο δεν μπορούσε να κρατήσει πια το μυστικό του και άρχισε να μιλά. Τους είπε ότι διάλεξε εκείνο το σημείο, εκεί που τον έπιασαν, για να ζήσει. Μετά από καιρό έμαθε στην πόλη, ότι η λευκή δεσποινίδα, στην οποία χρωστούσε την ελευθερία του είχε πεθάνει. Για αρκετές ημέρες μόνος στην καλύβα του δεν μπορούσε να κοιμηθεί και η ψυχή του ήταν γεμάτη θλίψη. Τα βράδυα άκουγε τη φωνή της λευκής δεσποινίδας να τραγουδά κοντά στον καταρράκτη έναν θλιμμένο σκοπό. Μια νύχτα, είδε την πόρτα της καλύβας του ν’ ανοίγει και να εμφανίζεται μπροστά του μια διάφανη, γυναικεία φιγούρα. Ήταν η δεσποινίς Αλίκη, η οποία του μίλησε:
-Πέδρο κάποτε με έσωσες. Ξέρω ότι υποφέρεις ακόμα εξαιτίας της σκληρότητας του πατέρα μου. Άκουσε προσεκτικά τί έχω να σου πω και να κάνεις ό,τι ακριβώς σου πω. Κοντά στην καλύβα σου, κάτω από το χώμα, κρύβεται χρυσάφι. Θα είναι δικό σου αν δεν πεις σε κανέναν ούτε πώς, πού το βρήκες. Πρόσεχε! Αν αποκαλύψεις το μυστικό η οργή του φαντάσματος που φυλά το χρυσάφι θα πέσει επάνω σου. Πρόσεχε! Μην ξεχάσεις ποτέ τα λόγια μου! Ακολούθησέ με τώρα...
-Βρωμιάρη, αράπη θα ξημερώσουμε εδώ πέρα; Τελείωνε επιτέλους...ούρλιαξε ο αφέντης Κορρέα και αρπάζοντας το μαστίγιο άρχισε να τον χτυπά με λύσσα.
Ακούστηκε ο θόρυβος που κάνει ένα μεγάλο βαρύ σώμα, το οποίο πέφτει στο έδαφος, όταν η ψυχή του το εγκαταλείπει, για να «πετάξει» στον Δημιουργό...
...Ο Πέδρο δεν μπορούσε να συνεχίσει...
(παλιό βραζιλιάνικο παραμύθι)

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2009

Η ανατολή του Ήλιου και της Σελήνης

Στο όνομα του Ήλιου και της μεσημεριανής του λαμπρότητας, στο όνομα της Σελήνης που ανατέλλει μετά απ’ αυτόν, στο όνομα της μέρας που αποκαλύπτει τη λαμπρότητά της, στο όνομα της νύχτας που ρίχνει τα πέπλα της!

Στο όνομα του ουρανού και του Δημιουργού του, στο όνομα της Γης και αυτού που την άπλωσε, μια φορά κι έναν καιρό, πριν από αμέτρητα χρόνια, όταν το σκοτάδι πλανιόταν πάνω από την Τεοτιχουάκαν, οι θεοί μαζεύτηκαν κι άναψαν μια τεράστια φωτιά. Κάθησαν γύρω της και σκέφτηκαν πώς θα νικήσουν το σκοτάδι.

Όπως λένε οι διηγήσεις που έρχονται από τα χρόνια εκείνα τα σκοτεινά, όταν ακόμη δεν είχε ανατείλει και δύσει ήλιος, οι θεοί συγκεντρώθηκαν και μίλησαν μεταξύ τους. Γύρω από τη φωτιά ακούστηκαν φωνές που ρωτούσαν:

-Ποιός από μας θα αναλάβει την ευθύνη; Ποιός θα γίνει ο ίδιος ο ήλιος, για να φέρει την ανατολή.

Πρώτος απάντησε ένας θεός ματαιόδοξος και αλαζόνας ο Τεκιζτεκάτλ, όμως, οι υπόλοιποι θεοί επιλέγουν κι έναν ταπεινό και αδύναμο θεό, ο οποίος είχε τολμήσει να σκίσει στη μέση το Βουνό της Τροφής και να εξασφαλίσει το καλαμπόκι για τη διατροφή των ανθρώπων, τον Ναναχουατζίν.

Αμέσως οι θεοί φτιάχνουν δύο λόφους, ώστε οι δύο θεοί να μπορέσουν να νηστέψουν, να εξαγνιστούν και να μετανοήσουν. Ήδη η φωτιά της θυσίας δυναμώνει στην ιερή πόλη. Μέχρι σήμερα μπορεί να διακρίνει κάποιος τις τοποθεσίες όπου στήθηκαν οι λόφοι, αφού εκεί υπάρχουν ακόμη οι πυραμίδες του Ήλιου και της Σελήνης. Ο Τεκιζτεκάτλ, κατά τη διάρκεια της νηστείας και της αγρύπνιας του προσφέρει τα πιο σπάνια, τα πιο πολυτελή δώρα φτιαγμένα από τα καλύτερα υλικά. Οι προσφορές του Ναναχουατζίν είναι μικρής υλικής αξίας. Τα μεσάνυχτα, μετά από τέσσερις ημέρες αγρύπνιας, οι θεοί έντυσαν τον Τεκιζτεκάτλ με πλούσια ρούχα και το Ναναχουατζίν μόνο με χάρτινα ενδύματα. Οι θεοί περικύκλωσαν τη φωτιά της θυσίας, που ήδη έκαιγε τέσσερις ημέρες, και ζήτησαν από τον Τεκιτζτεκάτλ να πηδήσει μέσα. Αυτός έτρεξε προς τη φωτιά, όμως, η ζέστη και οι φλόγες τον σταμάτησαν. Το ίδιο έγινε τέσσερις φορές. Τότε οι θεοί καλούν τον Ναναχουατζίν να πηδήξει μέσα στις φλόγες. Εκείνος προετοίμασε την καρδιά του, έκλεισε σφιχτά τα μάτια του και παρέδωσε το σώμα του στην πυρά της θυσίας.

Ο Τεκιζτεκάτλ ντροπιασμένος πηδά κι αυτός στην πυρά της θυσίας κι ακολουθούν ο αετός, που καψάλισε τα φτερά του και ο ιαγουάρος, που το δέρμα του γέμισε με μαύρες βούλες. Από τότε τα δύο αυτά ζώα έγιναν τα παράσημα για τους γενναίους πολεμιστές.

Μετά το θάνατο των δύο θεών, οι υπόλοιποι περίμεναν ψάχνοντας που θα ξαναεμφανιστούν. Κοιτώντας προς την ανατολή είδαν τον Ναναχουτζίν να αναδύεται, όχι άρρωστος και ταπεινός, επιστρέφει ανατέλλοντας ως Τονάτιου, ο πύρινος θεός του Ήλιου, αφήνοντας τις αχτίνες του να ξεχυθούν προς όλες τις κατευθύνσεις.

Αμέσως μετά αναδύεται και ο Τεκιζτεκάτλ, το ίδιο λαμπρός με τον Τονάτιου. Οι δυό τους μοιάζουν τόσο πολύ, που οι θεοί φοβούνται ότι ο κόσμος θα γίνει πολύ φωτεινός. Ένας από τους θεούς αρπάζει τότε ένα κουνέλι και το πετά στο πρόσωπο του Τεκιζτεκάτλ, πληγώνοντας το πρόσωπό του. Έτσι, η Σελήνη λάμπει λιγότερο από τον Ήλιο και όταν έχει Πανσέληνο ακόμη διακρίνεται το κουνέλι που πλήγωσε το πρόσωπό της.

Τα δύο ουράνια σώματα, όμως, αρνήθηκαν να κινηθούν και παρέμεναν ακίνητα να αιωρούνται στον ουρανό. Μάλιστα, ο Τονάτιου, για να κινηθεί απαίτησε την υποταγή και το αίμα των άλλων θεών, εξοργίζοντας το θεό του Αυγερινού, τον Κύριο της Αυγής, ο οποίος του έριξε ένα από τα βέλη του. Ο Τονάτιου, όχι μόνον αποφεύγει το βέλος, αλλά καταφέρνει να πληγώσει τον Τλαχουϊζκαλπαντεκούτλι. Τότε ο Κύριος της Αυγής μεταμορφώνεται στο θεό της πέτρας και του ψύχους και γι αυτό κάνει πάντα κρύο την ώρα της ανατολής. Οι θεοί, τότε συμφωνούν να θυσιαστούν και ο Κετζαλκοάτλ αναλαμβάνει να υλοποιήσει την απόφαση. Τότε δημιουργήθηκε ο Ήλιος της Κίνησης ο Νάουϊ Ολίν.

(Πηγές: Histoire de Mechique, Μύθοι και Ιστορία των Λαών, Ινδιάνικα παραμύθια)

Η γέννηση του Ανθρώπου του Ήλιου της Κίνησης


Μια φορά κι έναν καιρό, όταν οι θεοί αποφάσισαν να φιλιώσουν και να συνεργαστούν και δημιούργησαν τον Πέμπτο Κόσμο, τον Ήλιο της Κίνησης, ξανάφτιαξαν τη Γη και ανασήκωσαν τους ουρανούς, κοίταξαν το Δημιούργημά τους, αλλά ήταν άδειο. Οι ναοί τους άδειοι και οι βωμοί τους γεμάτοι σκόνη.
Ήρθε η ώρα να δημιουργήσουν μια νέα φυλή ανθρώπων, αλλά πώς! Οι θεοί σκέφτηκαν πολύ και στο τέλος συμφώνησαν ότι ο Θεός του Ανέμου, ο Κετζαλκοάτλ, έπρεπε να κατεβεί στον Κάτω Κόσμο και να μαζέψει τα λείψανα της τελευταίας φυλής των ανθρώπων, αυτών που μεταμορφώθηκαν σε ψάρια από τον κατακλυσμό.
Χωρίς δεύτερη σκέψη ο σοφός θεός του Ανέμου ξεκίνησε για την Μικτλάν, τη Χώρα των Νεκρών, αποφασισμένος να φέρει εις πέρας την αποστολή του και, αν χρειαστεί να αντιμετωπίσει τους δύο επικίνδυνους εξουσιαστές της, δηλαδή τον Μικτλαντεκούτλι και τη γυναίκα του, την Μικτεκακιχουάτλ.
Η Μικτλάν, προορισμός του Θεού του Ανέμου, ήταν το ένατο και τελευταίο επίπεδο του Κάτω Κόσμου και βρισκόταν μακριά προς το Βορρά. Στη Μικτλάν πήγαιναν οι πολεμιστές που πέθαιναν στη μάχη, αυτοί που είχαν χτυπηθεί από κεραυνό και οι γυναίκες εκείνες που είχαν πεθάνει στη γέννα. Το ταξίδι αυτό ήταν μακρύ και δύσκολο και διαρκούσε, τουλάχιστον τέσσερα χρόνια, ωστόσο οι ψυχές είχαν συμπαραστάτη και συνοδό των ψυχοπομπό Σολότλ, αυτόν που βοήθησε και στη δημιουργία του Ήλιου της Κίνησης.
Ο Σολότλ, που περνούσε κάθε βράδυ τις πύλες του Κάτω Κόσμου, φρουρώντας τον Ήλιο, ήταν αποφασισμένος να βοηθήσει τον δίδυμο αδελφό του, Κετζαλκοάτλ και του αποκάλυψε όλα τα μυστικά που ήξερε.
-Έχε τα μάτια σου ανοικτά αδελφέ μου, Κύριε του Ανέμου, όταν σταθείς ενώπιον του Μικτλαντεκούχτλ, του θεού των Νεκρών και Άρχοντα της Μικτλάν. Πρόσεχε και τη γυναίκα του, την Μικτεκακιχουάτλ που φρουρεί τα οστά των νεκρών.
Ο Κετζαλκοάτλ γνώρισε ότι ο Άρχοντας της Μικτλάν άλλωτε εμφανιζόταν σαν ένας σκελετός γεμάτος αίμα κι άλλωτε ως άνθρωπος με γυμνό κρανίο, ωστόσο πάντα στο κεφάλι του φορούσε φτερά κουκουβάγιας και στο λαιμό του είχε κρεμασμένο ένα περιδέραιο από ανθρώπινα μάτια.
Η γυναίκα του, η Κυρά των Νεκρών, πέθανε στη γέννα κι έτσι πήρε το όνομά της. Καθήκον της είναι να φρουρεί τα κόκκαλα των νεκρών. Το ζευγάρι των αρχόντων της Μικτλάν ζουν σ’ ένα σπίτι χωρίς παράθυρα. Αυτά σκεφτόταν ο Θεός του Ανέμου όταν πέρασε τις πύλες του ενάτου επιπέδου του Κάτω Κόσμου και βρέθηκε ενώπιον των εξουσιαστών του. Αμέσως πλησίασε στον Μικτλαντεκούτλι και του είπε αποφασιστικά:
-Ψάχνω τα πολύτιμα κόκκαλα που έχεις. Ήρθα γι αυτά!
-Τί θα τα κάνεις Κετζαλκοάτλ, τον ρώτησε ο άρχοντας του Κάτω Κόσμου.
-Θέλημα των θεών είναι να κατοικήσει και πάλι άνθρωπος τη γη, απάντησε ο Θεός του Ανέμου.
Ο Άρχοντας του Κάτω Κόσμου σκέφτηκε να παγιδεύσει τον Κετζαλκοάτλ. Συμφώνησε να του παραδώσει τα πολύτιμα κόκκαλα που είχε στη φύλαξή του, υπό τον όρον, όμως, ότι ο θεός του Ανέμου θα έκανε τέσσερις φορές το γύρο του Κάτω Κόσμου φυσώντας, συνέχεια μέσα από μια τρομπέτα φτιαγμένη από κοχύλι. Ωστόσο, όμως, ο Μικτλαντεκούτλι παρέδωσε στον Κετζαλκοάτλ ένα απλό κοχύλι χωρίς τρύπες. Ο θεός του Ανέμου αμέσως θυμήθηκε τα λόγια του αδελφού του Ψυχοπομπού και δεν έπεσε στην παγίδα. Κάλεσε σκουλήκια και άνοιξαν τρύπες στο κοχύλι κι έτσι έκανε τέσσερις φορές το γύρο του Κάτω Κόσμου σαλπίζοντας, ταυτόχρονα, από την τρομπέτα. Από τότε οι θεοί αποφάσισαν να δώσουν στον Κετζαλκοάτλ ως έμβλημα της εξουσίας του πάνω στον Άνεμο και τη Ζωή το κοχύλι, το οποίο φορούσε στο στέρνο του και το ονόμαζαν το «Κόσμημα του Ανέμου».
Ηττημένος ο Άρχοντας του Κάτω Κόσμου αναγκάστηκε να δώσει στον Κετζαλκοάτλ τα πολύτιμα κόκκαλα, ωστόσο ήταν αποφασισμένος να μην τον αφήσει να φύγει από το μαύρο του βασίλειο. Του στήνει παγίδες, ωστόσο ο θεός του Ανέμου τις ξεπερνά. Τότε ο σατανικός Μικτλαντεκούτλι διατάζει τους υπηκόους του να σκάψουν ένα βαθύ πηγάδι, για να πέσει μέσα ο Κετζαλκοάτλ. Καθώς τρέχει ο θεός του Ανέμου και μοναδικός του στόχος είναι να προστατέψει τα πολύτιμα κόκκαλα, ξαφνικά βλέπει μπροστά του ένα ορτύκι, το οποίο τον τρομάζει και αυτός πέφτει μέσα στο πηγάδι.
Ο Θεός του Ανέμου είναι νεκρός και το ορτύκι ροκάνισε όλα τα πολύτιμα κόκκαλα. Η αποστολή απέτυχε και εποχή του Ήλιου της Κίνησης θα μείνει χωρίς ανθρώπους. Όμως, ο Άνεμος βλέποντας τον αφέντη του νεκρό διέσχισε με όλη του τη ταχύτητα τον Κάτω Κόσμο έφτασε στο βαθύ πηγάδι όπου βρίσκονταν νεκρός ο Κετζαλκοάτλ και φύσηξε μακριά του την πνοή του θανάτου. Ο θεός αναστήθηκε, κυνήγησε το ορτύκι και κατάφερε να πάρει τα πολύτιμα κόκκαλα, όμως, αυτά ήταν σπασμένα. Αυτός είναι και ο λόγος που οι άνθρωποι έχουν διαφορετικό ύψος.
Δίνοντας σειρά από μάχες ο θεός του Ανέμου καταφέρνει να ξεπεράσει όλα τα εμπόδια και να ξεφύγει από τον Κάτω Κόσμο. Κουρασμένος, σχεδόν απογοητευμένος και πληγωμένος πηγαίνει τα πολύτιμα κόκκαλα, σ’ ένα τόπο που γίνονταν θαύματα, την Ταμοαντοάν. Εκεί, η Γυναίκα Ερπετό, η γριά θεά Σιχουακοάτλ, πήρε τα πολύτιμα κόκκαλα και τα άλεσε. Τα μετέτρεψε σ’ ένα αλευροειδές γεύμα, που το τοποθέτησε σ’ ένα ειδικό κεραμικό δοχείο. Γύρω από το δοχείο μαζεύτηκαν μετανιωμένοι οι θεοί και άρχισαν να ραντίζουν με το αίμα τους το αλευροειδές γεύμα. Έτσι, από το αίμα των θεών και τα λείψανα των ανθρώπων-ψαριών, γεννήθηκε το σημερινό ανθρώπινο είδος, που περπατά στην εποχή του Πέμπτου Ήλιου της Κίνησης.
(Πηγές: Histoire de Mechique, Μύθοι των Αζτέκων και των Μάγια)

Η Γη των Πέντε Ήλιων


Μια φορά κι έναν καιρό, πριν από πολλά χρόνια, που είναι αδύνατον να μετρηθούν, όταν παντού επικρατούσε η σκοτεινιά και η σιωπή, το ζευγάρι των θεών, ο Τενακατεκούτλι καιη Τονακασιχουάτλ, δηλαδή ο Κύριος και η Κυρία της Ύπαρξής μας, αποφάσισαν να ολοκληρώσουν την αγάπη τους. Απέκτησαν τέσσερις γιους. Πρωτότοκος ήταν ο Κόκκινος Τεζκατλιπόκα, ο δεύτερος ήταν ο Μαύρος Τεζκατλιπόκα, τρίτος ο Κετζαλκοάτλ και τέταρτος ο Χουϊτζιλοπόχτλι.

Η κοσμική μάχη των τεσσάρων αδελφών δημιουργεί τη φωτιά, τους ουρανούς, τη γη, τη θάλασσα και τον Κάτω Κόσμο. Δημιουργήθηκαν συνολικά πέντε κόσμοι ή ήλιοι και ο καθένας ταυτίστηκε με μια θεότητα και φυλή ανθρώπων. Ο Μαύρος Τεζκατλιπόκα, που εξουσίαζε το σκοτάδι, τον πειρασμό, τη μαγεία, τον πόλεμο και τα υλικά αγαθά ήταν κυρίαρχος του πρώτου Κόσμου, του Ήλιου του Ιαγουάρου, του ήλιου της Γης, όπου ζει μια φυλή γιγάντων. Οι γίγαντες ήταν τόσο δυνατοί που μπορούσαν μόνο με τα χέρια τους να ξεριζώνουν δέντρα. Ο εξουσιαστής του Πρώτου Κόσμου είχε στην κατοχή του έναν μαγικό καθρέφτη που έβγαζε καπνούς και σκότωνε τους αντιπάλους του, γι αυτό και τον φώναζαν «Ο Θεός του Καθρέφτη που καπνίζει». Ο Κετζαλκοάτλ επιτέθηκε στον αδελφό του μ’ ένα μακρύ κοντάρι και τον πέταξε στη θάλασσα, όμως ο Μαύρος Τεζκατλιπόκα δεν ήταν εύκολος αντίπαλος και κατάφερε να αναδυθεί από τα βάθη της θάλασσας. Μεταμορφώθηκε σε ένα τεράστιο, φοβερό ιαγουάρο, ο οποίος ακόμη και σήμερα στον Πέμπτο Κόσμο ή Πέμπτο Ήλιο, είναι ορατός στον ουρανό στον αστερισμό της Μεγάλης Άρκτου. Με την επιστροφή του την τρομερή φυλή των γιγάντων καταβρόχθισαν τεράστιοι ιαγουάροι.

Ο Κετζαλκοάτλ, που σημαίνει «Φίδι με φτερά», εξουσιάζει την επόμενη δημιουργία, τον Ήλιο του Ανέμου. Είναι ο Θεός του ουρανού κι ο σοφός δημιουργός των νόμων. Έμαθε στους ανθρώπους τη γεωργία, τις τέχνες και τη χρήση του ημερολογίου. Είναι θεός των υδάτων και της γονιμότητας. Μητέρα του ήταν, η Μάνα Γη, μητέρα των άστρων και της Σελήνης, αλλά και προστάτις των γυναικών που πέθαιναν κατά τη γέννα. Ο κόσμος του καταστρέφεται από τον Τεζκατλιπόκα, που, με μια δυνατή κλωτσιά, έριξε στο χώμα τον Κετζαλκοάτλ. Τότε, ισχυροί άνεμοι παρέσυραν μακριά τον νικημένο εξουσιαστή του Ήλιου του Ανέμου και τη φυλή των ανθρώπων που ζούσε στη δημιουργία του. Απόγονοι αυτής της φυλής θεωρούνται οι πίθηκοι, που κρέμονται και τρέχουν τρομαγμένοι ψηλά στα δέντρα του δάσους. Στ’ αρχαία κείμενα που γράφτηκαν, για να θυμίζουν την καταστροφή αυτή αναφέρεται: «Αυτός ο ήλιος είναι γνωστός ως 4 Άνεμος. Αυτοί που έζησαν κάτω απ’ αυτόν τον δεύτερο Ήλιο παρασύρθηκαν μακριά με τον άνεμο. Κάτω απ’ αυτόν τον Ήλιο 4 Άνεμο εξαφανίστηκαν όλοι. Παρασύρθηκαν μακριά από τον άνεμο. Έγιναν πίθηκοι. Τα σπίτια τους, τα δέντρα τους -όλα τα πήρε ο άνεμος. Ακόμη κι αυτόν τον ίδιον τον ήλιο τον παρέσυρε μακριά ο άνεμος...»

Τον Κετζαλκοάτλ, μέχρι σήμερα, μπορεί κανείς να τον δει στρέφοντας το βλέμμα στον ουρανό. Σύμφωνα με έναν μύθο ο σοφός επέτρεψε στον εαυτό του να υποκύψει στις γητείες του αδελφού του Τεζκατλιπόκα, αλλά από τύψεις έπεσε σε μια μεγάλη πυρά. Μετά το θάνατό του, η καρδιά του έγινε ο Αυγερινός. Πάντα ο Τεζκατλιπόκα τον έστελνε μακριά, αλλά ο Κετζαλκοάτλ γύριζε κάποτε.

Ο θεός της βροχής και των αστραπών, Τλάλοκ, ήταν ο εξουσιαστής του τρίτου κόσμου, του Ήλιου της Καταιγίδας. Η δημιουργία αυτή καταστράφηκε από τον Κετζαλκοάτλ, με μια πύρινη βροχή. Αυτή η τρομερή βροχή μεταμόρφωσε όλους τους ανθρώπους του Ήλιου της Καταιγίδας σε γαλοπούλες. Τα μόνα πλάσματα που σώθηκαν από την εποχή αυτή ήταν τα πουλιά, γιατί, μόνον εκείνα μπορούσαν να πετάξουν και να βρουν καταφύγιο.

Ο τέταρτος κόσμος ήταν ο Ήλιος του Νερού και τον εξουσίαζε η γυναίκα του Τλαλόκ, η Τσαλτσιουτλίκουε, δηλαδή Εκείνη με το Αχάτινο Πουκάμισο, η θεά των ποταμών και των λιμναζόντων νερών. Ένας κατακλυσμός που διήρκεσε 52 ημέρες κατέστρεψε τον Ήλιο του Νερού και μεταμόρφωσε τους ανθρώπους του σε ψάρια. Η πλημμύρα ήταν τόσο καταστροφική που διέλυσε τα βουνά και έριξε τους ουρανούς πάνω στη Γη.

Μόνον ένας άνδρας ο Τάτα και η γυναίκα του η Νένε, που τους προστάτεψε ο Τεζκατλιπόκα, κατάφεραν να σωθούν κρυμμένοι μέσα στην κουφάλα ενός τεράστιου δέντρου. Ως συνήθως, όμως, οι άνθρωποι αγνόησαν την εντολή του σωτήρα τους που τους είπε να τρώνε μόνο καλαμπόκι. Καθώς καθόταν προφυλαγμένοι στην κρυψώνα τους παρακολουθούσαν τα νερά να υποχωρούν σιγά-σιγά και αποφάσισαν την εγκαταλείψουν. Ξαφνικά, βλέπουν ένα ψάρι-έναν από τους άτυχους αδελφούς τους, που είχε μεταμορφωθεί από τον κατακλυσμό. Βλέποντας τον «πειρασμό» του φαγητού, έπιασαν το ψάρι, άναψαν μια ωραία φωτιά, το μαγείρεψαν και το έφαγαν. Οι θεοί, όμως, διέκριναν τον καπνό και φώναξαν:

-Ποιός τολμά να γεμίσει καπνούς τον ουρανό; Ποιός τόλμησε να ανάψει φωτιά;

Ο Τεζκατλιπόκα θυμωμένος κατεβαίνει στη γη και στέκεται μπροστά στο άμυαλο ζευγάρι και ρωτά γεμάτος οργή:

-Τάτα και Νένε τί κάνατε; Και χωρίς να περιμένει απάντηση τους έκοψε τα κεφάλια και τα κόλλησε στα οπίσθιά τους. Έτσι δημιουργήθηκε το πρώτο ζευγάρι σκύλων.

Στη δημιούργια της εποχής του Πέμπτου Ήλιου, που ζούμε τώρα, συνέβαλε ο Σολότλ ή Σοκότλ, θεός του κεραυνού και ψυχοπομπός, δηλαδή συνόδευε τους νεκρούς κατά το ταξίδι τους στη Μικτλάν. Ο Σολότλ ήταν, επίσης, θεός της φωτιάς και της κακοτυχίας. Φρουρούσε τον Ήλιο, όταν περνούσε τον Κάτω Κόσμο το βράδυ και έφερε τη φωτιά από τον κόσμο των νεκρών. Συνήθως εμφανιζόταν ως σκελετός ή ως άνθρωπος με κεφάλι σκύλου. Άλλωστε το όνομά του σημαίνει και σκύλος. Ήταν δίδυμος αδελφός του Κετζαλκοάτλ. Οι θεοί που πρωταγωνίστησαν στην καταστροφή των προηγούμενων Τεσσάρων Ήλιων, τώρα αποφάσισαν να συνεργαστούν. Δημιούργησαν τέσσερις δρόμους που οδηγούν στο κέντρο της γης. Με τη γη διαιρεμένη στα τέσσαρα, οι οκτώ θεοί σηκώνουν τους ουρανούς. Ο Τεζκατλιπόκα και ο Κετζαλκοάλτ μεταμορφώθηκαν σε δύο τεράστια δέντρα. Το δέντρο του Τεζκαλκοάλτ ξεχωρίζει από τους καθρέπτες που λάμπουν, ενώ του Κετζαλκοάλτ από το φτέρωμα του σμαραγδένιου πουλιού κετζάλ. Οι θεοί ανταμείβοντας τα δύο αδέλφια, τους έκαναν κύριους των ουρανών και των άστρων. Ο Γαλαξίας είναι ο δρόμος που τους οδηγεί στον έναστρο ουρανό. Ο πέμπτος κόσμος, ο κόσμος μας, είναι ο Ήλιος της Κίνησης και, όπως, λένε τα κείμενα εκείνα τα παλιά, κάποια μέρα θα καταστραφεί από μια σειρά σεισμούς και κατακλυσμούς.

(πηγές Historia de los mexicanos por sus pinturas, Leyenda de los soles, Μύθοι και Ιστορία των Λαών)