Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2011

Μια αληθινή ιστορία

Μια φορά κι έναν καιρό, γεννήθηκε ένα σκυλάκι, που πολύ γρήγορα το πήραν από τη μαμά του και το πέταξαν στο δρόμο. Μόνο, φοβισμένο, πεινασμένο παρακαλούσε να βρεθεί κάποιος να του δώσει λίγο φαγάκι, λίγο νερό κι ένα χάδι. Τίποτε όμως! 'Οσο κι αν προσευχόταν δεν βρισκόταν κάποια ευγενική ψυχή να το προσέξει.
Μια μέρα, ήρθαν κάποιοι άνθρωποι με ένα αυτοκίνητο και το μάζεψαν, το πήγαν σε ένα μέρος που υπήρχαν κι άλλα σκυλάκια που ζούσαν μέσα σε κλουβιά. Όπως έμαθε από ένα μικρό που βρισκόταν στο διπλανό κλουβί εκεί ήταν το κυνοκομείο του Δήμου, δηλαδή να μην περίμενε και πολλά γιατί θα του έδιναν φαγητό, θα του έκαναν εμβόλια, θα τον στείρωναν κι αν ήταν τυχερός θα τον υιοθετούσε κάποιος διαφορετικά θα τον γύριζαν στο μέρος απ' όπου τον μάζεψαν. “Φίλε να κάνεις το σταυρό σου να βρεθεί κάποιος να σε υιοθετήσει γιατί διαφορετικά...”.
“Διαφορετικά τί;” ρώτησε το σκυλάκι με αγωνία. “Διαφορετικά θα πεθάνεις μόνος σου στους δρόμους χωρίς να μάθει κανείς ότι υπήρξες”, είπε ο άλλος και πήγε στην άλλη άκρη του κλουβιού.
Δεν ήθελε να τον πιστέψει. Δεν μπορεί να μην υπάρχει λίγη αγάπη και γι αυτόν στον κόσμο. Κι όμως τα πράγματα εξελίχθηκαν όπως του τα είπε ο άλλος. Ο σκυλάκος έμεινε στα “αζήτητα” και στη συνέχεια μια μέρα κατέληξε πίσω στους δρόμους. Μόνος, φοβισμένος και πεινασμένος. Τον κυνηγούσαν κι αναγκάστηκε να κρύβεται σε οικοδομές, εκεί έπεσε στο τσιμέντο και είχε ένα έγκαυμα στην κοιλίτσα του που τον πονούσε.
Πεινασμένος, παγωμένος απ' το κρύο και πονώντας βγήκε μια μέρα του Δεκέμβρη στο δρόμο να ψάξει στα σκουπίδια μήπως και βρει κάτι να φάει. Έκανε κρύο και πεινούσε πολύ. Πλησίαζαν Χριστούγεννα. Δεν ήξερε τί ακριβώς ήταν αυτό, γιατί δεν είχε ξαναζήσει γιορτές, δεν είχε συμπληρώσει τον πρώτο χρόνο της ζωής του. Καθώς έψαχνε για κάτι φαγώσιμο βρήκε μια ευγενική κυρία στο δρόμο που του έδωσε κάτι να φάει. Η καρδιά του αναπήδησε. Σε λίγο έφτασε κι άλλη μια κυρία τον χάϊδεψε και του έδωσε κι αυτή φαγητό.
Μόλις είδε τη δεύτερη κυρία αμέσως σκέφτηκε “εσύ θα γίνεις η μαμά μου! Σε παρακαλώ!” κι άρχισε να της κάνει νάζια και παιχνίδια. Οι δύο κυρίες όμως έφυγαν και τον άφησαν μόνο του. “Σε παρακαλώ μην μ' αφήνεις μόνο” φώναξε. Η ώρα πέρασε, αλλά καμιά από τις δύο γυναίκες δεν φαινόταν. “Σε παρακαλώ έλα να με πάρεις” ξαναφώναξε! Απάντηση καμιά, αλλά δεν έφυγε έμεινε εκεί και περίμενε. Βαθειά μέσα στην καρδιά του πίστευε ότι όπου νάναι θα γυρίσουν και θα τον πάρουν. Κουλουριάστηκε σε ένα παλιό στρώμα που βρήκε πεταμένο και περίμενε!
Ξαφνικά εμφανίστηκαν οι δύο κυρίες κι αυτή που είχε διαλέξει για μαμά του του έκανε νόημα “έλα μαζί μας”. Δεν χρειάστηκε δεύτερη κουβέντα! Τρέχοντας έτρεξε πίσω τους. Μπήκαν μέσα στο σπίτι. Ω! Τί γλυκειά ζέστη και μύριζε φαγητό! Τον έπλυναν, του καθάρισαν την πληγή και την περιποιήθηκαν πρόχειρα. Του έδωσαν φαγητό και τον έβαλαν να κοιμηθεί σε μια μαλακή μαξιλάρα. Πόσο ωραία είναι να κοιμάσαι χωρίς να κρυώνεις, με γεμάτο στομάχι και στα ζεστά!
Το πρωϊ του έβαλαν ένα ωραίο λουρί, τον είδε ο γιατρός και το κυριότερο του έδωσαν όνομα! Τον είπαν Πίππιν! Λίγες ώρες μετά οι δύο κυρίες πήραν τα “προικιά” του και τον ίδιο και βγήκαν απ' το σπίτι. “Αμάν που πάμε;” αναρωτήθηκε, αλλά λίγα λεπτά αργότερα έμαθε. Μπήκαν σ' ένα σπίτι όπου υπήρχε ένα ψηλό αγόρι κι ένα μαύρο σκυλάκι.
Ο Πίππιν πλησίασε με σκυμένο κεφάλι και το άλλο σκυλάκι τον πλησίασε, του έδωσε ένα πεταχτό φιλί στη μύτη και του είπε : “καλωσόρισες μικρέ! Με λένε Χουάν. Ο ψηλός άνθρωπος είναι ο μεγάλος μου αδελφός κι εσύ θα είσαι ο μικρότερος!” “Με λένε Πίππιν και με βρήκαν χθες το βράδυ στο δρόμο”, απάντησε ο μικρός.
“Μην ανησυχείς και μένα απ' το δρόμο με μάζεψαν. Εδώ είναι καλά! Χάδια, αγάπη, φαγητό και βόλτες”
Πραγματικά το σπίτι και η οικογένεια ήταν όπως τα είπε ο Χουάν. Έβλεπαν τακτικά και τη Λίζα, την τετράποδη αγαπημένη του Χουάν, αλλά και τη μαμά της. Όλα πήγαιναν μια χαρά μέχρι που μια μέρα ο Πίππιν αρρώστησε. Οι εξετάσεις είπαν ότι ήταν πολύ πολύ άρρωστος. Ο μεγαλύτερος κλέφτης όλων των εποχών ξαφνικά δεν είχε όρεξη για φαγητό. Η γιατρός είπε ότι η κατάσταση είναι σοβαρή θα χρειαστεί πολλή φροντίδα, ειδική τροφή και θεραπείες. “Δεν με νοιάζει τίποτε. Θα κάνουμε ό,τι πρέπει και θα του χαρίσουμε αγάπη για όσο καιρό είναι μαζί μας”, είπε η μαμά και αμέσως συμφώνησαν ο μεγάλος αδελφός και ο Χουάν. Η μαμά και ο μεγάλος αδελφός του έδιναν φαγητό πολλές φορές την ημέρα, τα φάρμακά του στην ώρα τους και ο Χουάν τον κρατούσε αγκαλιά και τον παρηγορούσε όταν αισθανόταν άσχημα. “Σε παρακαλώ κάνε κουράγιο” του έλεγε η μαμά και τον χάϊδευε. “Γρήγορα φάε το φαϊ σου” του έλεγε ο Χουάν και του έδινε φιλάκια. Ο καιρός πέρασε και ο Πίππιν καλυτέρεψε. Ωστόσο, η οικογένεια ήξερε ότι η κατάστασή του ήταν σοβαρή. Είχαν πρόβλημα τα νεφρά, είπε η γιατρός
. “Θα τον φροντίσουμε μέχρι το τέλος”, έλεγε η οικογένεια.
Πέρασαν τέσσερα χρόνια. Τέσσερα ευτυχισμένα χρόνια που ο Πίππιν έζησε με την οικογένειά του, αλλά η ασθένεια ήταν πιο δυνατή απ΄αυτόν. Γνωστοί γιατροί που τον εξέτασαν έλεγαν ότι ήταν ένα θαύμα που ζει! “Η αγάπη κάνει θαύματα”, είχε πει στη μαμά ένας από τους γιατρούς στους οποίους τον πήγε και ήταν ειδικός για τις βαρειές ασθένειες. “Το ξέρω ότι δεν θα τον έχω για πολύ μαζί μου”, του απάντησε η μαμά, “αλλά θέλω να φύγει κοντά μας και χωρίς φόβο. Στο σπίτι του, κοντά μας”.
Έφτασε το φθινόπωρο. Ο Πίππιν πάλι δεν αισθανόταν καλά. Οι θεραπείες, οι οροί, τα φάρμακα δεν απέδιδαν. “Έρχεται το τέλος” είπε στη μαμά ο γιατρός. “Θα φύγει όταν έρθει η ώρα, στο σπίτι του”, απάντησε η μαμά.
Ξέχασα να σας πω ότι η οικογένεια είχε αποκτήσει άλλα δύο μέλη τον Άρη και τον Όλιβερ και δύο νέους φίλους στο νέο τους σπίτι τον Κανέλλο και τον Μαυρούλη. Κάθε μέρα έπαιζαν όλοι μαζί εκτός από τον Άρη, ο οποίος μάλωνε με όλους. Ο Πίππιν άρχισε να μην μπορεί να περπατήσει καλά. Τότε ερχόταν ο Χουάν και τον σήκωνε για να τον βγάλει έξω και η μαμά τον έπαιρνε αγκαλιά και τον έβγαζε στα μέρη που πήγαιναν βόλτες όταν ήταν καλά. Κάθε μέρα ερχόταν ο γιατρός. Είχε μάθει στη μαμά να κάνει ορό στον Πίππιν για να μπορούν να λειτουργούν τα νεφρά του. Κάθε μέρα η μαμά τον σκέπαζε με την κουβερτούλα του, τον έπαιρνε αγκαλιά και τον πήγαινε στα μέρη που πριν λίγους μήνες του άρεσε να τρέχει και να μυρίζει. Ποτέ δεν έμεινε μόνος του. Η μαμά και ο μεγάλος αδελφός του τον πρόσεχαν με βάρδιες! Μέχρι που έφτασε η 3η Νοέμβρη. Κι εκείνο το πρωϊ τον είδε ο γιατρός. “Φεύγει δυστυχώς” είπε στη μαμά. Εκείνη τον πήρε αγκαλιά και τον έβγαλε για λίγο έξω μια μικρή βόλτα. Η τελευταία.
Γύρισαν στο σπίτι του έστρωσε στο παγκάκι που του άρεσε να ξαπλώνει. Τον σκέπασε και κάθισε δίπλα του. Τον χάϊδευε, του έδινε φιλάκια και του έλεγε να μην φοβάται. Κοντά του κι ο καλός αδελφός του, ο Χουάν κι ο νεώτερος ο Όλιβερ. “Σ' ευχαριστούμε που μας αγαπάς” του είπε η μαμά, τον σήκωσε απαλά και τον πήγε μέσα στο σπίτι. Ένα δάκρυ έτρεξε. Μαζεύτηκαν όλοι γύρω από τη μαμά που κρατούσε τον Πίππιν στην αγκαλιά της. Το κεφάλι του ακουμπούσε πάνω στην καρδιά της. Της έδωσε ένα μικρό φιλάκι! Τους κοίταξε όλους. “Σας αγαπώ”, τους είπε με τα μάτια. ΄Ενας αναστεναγμός! “Σ' ευχαριστούμε που μας αγαπάς. Σ' αγαπάμε Πίππιν”, είπε η μαμά. Ήταν οι τελευταίες λέξεις που άκουσε. Ο Πίππιν “πέταξε” στον ουρανό. Η μαμά και ο μεγάλος αδελφός αποφάσισαν να κρατήσουν τον Πίππιν μαζί τους, στην αυλή! Εκεί “κοιμάται” το κορμάκι του.
Θα με ρωτήσετε πού την ξέρω αυτή την ιστορία; Σας βεβαιώνω ότι είναι πέρα για πέρα αληθινή!
Εγώ είμαι ο Πίππιν και σήμερα θέλω να πω στη μαμά μου, πώς όλα όσα πιστεύει για το μέρος όπου πηγαίνουν όσοι αγαπιούνται είναι αλήθεια.
Εκεί είμαι κι εγώ, μαζί με το Βιέχο, τη Λίζα, το Σνούπη, τον Όλιβερ, τη Μισέλ, το φίλο μου τον Κανέλλο που πριν, περίπου, ένα μήνα τον σκότωσε ένα αυτοκίνητο. Εκεί, λοιπόν, στον πιο ψηλό βράχο έχουμε φτιάξει ένα σπίτι και περιμένουμε να έρθει η ώρα, που θα μαζευτεί όλη η οικογένεια.
Μαμά, για να με βρεις έχω ανάψει μια φωτιά στον ουρανό! Μέχρι τότε, όμως, να θυμάσαι ότι ούτε η απόσταση, ούτε ο θάνατος μπορεί να νικήσει την αγάπη! Να προσέχεις τον εαυτό σου και τα αδέλφια μου! Μέχρι να ξανασυναντηθούμε να θυμάστε ότι “πεθαίνει μόνον όποιος ξεχνάμε! Σας αγαπώ!
Ο Πίππιν σας!

Παρασκευή 16 Ιουλίου 2010

Η αγαπημένη κορυφή


Μια φορά κι έναν καιρό, την εποχή που η Γη κι Ουρανός ήταν ένα και στην πλάση ταξίδευαν μόνον οι θεοί, πολύ πριν την εμφάνιση του ανθρώπου, ζούσε ο θεός Σινόχ με τους γιους και τις θυγατέρες του.

Ήταν η εποχή που οι θεοί δεν φρόντιζαν να καλύπτουν την περπατησιά τους.

Οι σχέσεις των θεών με τους ανθρώπους πάντα ήταν παράξενες. Αν και οι θεοί αποκάλυψαν πολλά από τα μυστικά τους στους ανθρώπους, όμως, ουδέποτε θέλησαν να εξηγήσουν γιατί εκείνη την πρώτη, την σκοτεινή -όπως την έλεγαν- εποχή ταξίδευαν χωρίς να κρύβονται, ενώ στη συνέχεια στην εποχή του τέταρτου ήλιου και του τέταρτου ανέμου, καλύπτουν επιμελώς τα ίχνη τους. Επίσης, παραμένει ανεξήγητο, γιατί οι θεοί στην εποχή του τέταρτου ήλιου και του τέταρτου ανέμου κρύφτηκαν ή, μπορεί να έφυγαν, ή να μεταμορφώθηκαν σε πέτρες όπως λέει ένας παλιός ινδιάνικος μύθος, ωστόσο, δεν έσβησαν τελείως τα ίχνη τους. Ίσως επειδή οι άνθρωποι ξέχασαν την αλήθεια, δεν θυμούνται πια κσι επομένως δεν μπορούν να δουν τους θεούς!

Τότε, λοιπόν, στα σκοτεινά χρόνια, ο θεός Σινόχ με την οικογένειά του είχε επιλέξει να ζει πάνω στη Γη. Ο πιο γνωστός, θαρραλέος και αγαπημένος από τους γιούς του ήταν ο Ναγκάχ, που σημαίνει πρόβατο στο βουνό. Ο θεός είχε επιλέξει αυτό το όνομα για τον ατρόμητο γιό του, γιατί του άρεσε να περπατά στα βουνά και να κατακτά τις κορυφές τους. Ο Σινόχ ήταν πολύ περήφανος για τον γιό του τον Ναγκάχ που δεν τον ενδιέφερε η καλοπέραση, αλλά προτιμούσε το κυνήγι, τα δέντρα και την κατάκτηση των κορυφών. Για να δείξει την αγάπη του στο Ναγκάχ, που πολλοί επιμένουν ότι ήταν ο πρωτότοκος, ο Σινόχ του χάρισε δύο μεγάλα σκουλαρίκια που τον έκαναν να φαίνεται ακόμη ομορφότερος.

Ο νεαρός Ναγκάχ σπάνια βρισκόταν στο παλάτι του πατέρα του. Έτρεχε σε Γη και Ουρανό προσπαθώντας να ανακαλύψει και να κατακτήσει νέες κορυφές. Μια μέρα, λοιπόν, όπως λένε όσοι θυμούνται, ανακάλυψε ένα βουνό και άρχισε να το εξερευνά. Εντόπισε, λοιπόν, μια πλαγιά του, κι άρχισε να την ανεβαίνει αποφασισμένος να φτάσει ως την κορυφή.

Η πλαγιά αυτή, όμως, ήταν και η δυσκολότερη που είχε ανέβει ως τότε. Δεν είχε πουθενά κάτι για να πιαστεί. Αυτό τον έκανε να πεισμώσει ακόμη περισσότερο και να προσπαθεί να σκαρφαλώσει όλο και πιο ψηλά. Γλίστρισε πολλές φορές και τα χέρια του μάτωσαν, όμως, δεν εγκατέλειψε την προσπάθεια, ώσπου μετά από ώρες, ίσως και μέρες, κατάφερε να εντοπίσει μια σχισμή στο βράχο, απ' όπου πιάστηκε και άρχισε να ανεβαίνει.

Η πλευρά αυτή του βουνού ήταν πολύ σκοτεινή. ΄Ωρες, ίσως και μέρες, να ακολοθούσε τη σχισμή, μέχρι που κάποια στιγμή ψηλά, πολύ ψηλά διέκρινε λίγο φως. Γεμάτος χαρά άρχισε να ανεβαίνει ευκολότερα γιατί κατάλαβε ότι πλησίαζε στην κορυφή.

Πράγματι, λοιπόν, κάποια στιγμή έφτασε στην κορυφή. Στάθηκε υπερήφανος και κοίταξε γύρω του. Έβλεπε μόνον ουρανό. Κοιτάζοντας καλύτερα συνειδητοποίησε ότι στεκόταν σε μια κορυφή τόσο μικρή και γλιστερή που ούτε μπορούσε να κουνηθεί, ούτε μπορούσε να κατέβει.

Ήταν καταδικασμένος να μείνει για πάντα εκεί, αν ο Μεγάλος Δημιουργός δεν τον λυπόταν και δεν τελείωνε τις μέρες του. Πριν, όμως, η λύπη σκεπάσει την ψυχή του σκέφτηκε ότι τί σημασία είχε αν θα έμενε για πάντα εκεί, αφού κατάφερε να πετύχει τον σκοπό του. Ας έμενε εδώ αιωνίως, αφού κατάφερε να κατακτήσει την αγαπημένη του κορυφή.

Τότε ο πατέρας του τον λυπήθηκε και τον μεταμόρφωσε σε ένα λαμπρό αστέρι. Το Άστρο του Βορρά, που μένει ακίνητο πάνω από την αγαπημένη του, την τελευταία, κορυφή που κατέκτησε Σιγά-σιγά έγινε θρύλος και την εποχή του Τέταρτου Ήλιου και του Τέταρτου Ανέμου παραμένει εκεί ακίνητος. Από τότε όποιος κοιτά τον Ουρανό το βράδυ μπορεί να αντικρύσει το αστέρι που το ονόμασαν Σταθερό, γιατί όλη τη νύχτα δεν αλλάζει θέση στον Ουρανό, ή Πολικό ή το Άστρο του Βορρά, χωρίς να υποψιάζεται ότι κοιτά τα λαμπερά μάτια του Ναγκάχ, γιού του Σινόχ, που δεν δίστασε να κατακτήσει την αγαπημένη του κορυφή...

(Ινδιάνικο παραμύθι)

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2009

Η 9η Οκτωβρίου


«...Να θυμάσαι πως έχουμε ακόμα μπροστά μας πολλά χρόνια αγώνα. Όταν γίνεις μεγάλη, θα πρέπει κι εσύ να πάρεις μέρος. Στο μεταξύ πρέπει να ετοιμάζεσαι, να είσαι επαναστάτρια, πράγμα που στην ηλικία σου σημαίνει πως πρέπει να μάθεις πολλά, όσα γίνεται περισσότερα και να είσαι έτοιμη να υπερασπίζεσαι τις δίκαιες υποθέσεις...»

(απόσπασμα από το γράμμα του Τσε στην κόρη του Χίλντα στα 10 γεννέθλιά της τον Φλεβάρη του 66)

El guerrillero heroico


Βολιβία 8 Οκτωβρίου 1967 ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα και δέκα επτά σύντροφοί του δίνουν την τελευταία μάχη τους στην κοιλάδα του Γιούρο, με τους ρέηντζερς και τις δυνάμεις του τακτικού στρατού της χώρας. Από τους 17 μόνον οι έξι θα επιζήσουν! Ο Τσε αιχμαλωτίζεται. Την επόμενη ημέρα θα δολοφονηθεί!

Το γιατρουδάκι από την Αργεντινή, που από τα πρώτα χρόνια της ζωής του πάλευε με τον θάνατο, εξαιτίας του αλλεργικού άσθματος που του έκοβε την ανάσα, που ταξίδεψε από το Μάτσου Πίτσου των Ίνκας, στα λεπροκωμεία της Λατινικής Αμερικής κι από κει στη Φλώριντα με μοναδικό σκοπό να καταλάβει πώς «λειτουργεί το κόλπο», άφησε την τελευταία του πνοή σε μια άδεια αίθουσα ενός σχολείου στην Ιγιέρα. Μια γυναίκα που τον είδε νεκρό φώναξε «μοιάζει με το Χριστό». Άλλοι είπαν ότι πώς καθώς οι δήμιοι έπαιρναν το πτώμα του από τον τόπο του εγκλήματος ένιωσαν ένα ρίγος. Είχε τα μάτια του ορθάνοικτα, γαλήνια και στα χείλη του πλανιόταν ένα χαμόγελο που φανέρωνε όλη την περιφρόνηση που του είχαν προκαλέσει οι δήμιοί του, αλλά και όλη την αγάπη του για την υπόλοιπη ανθρωπότητα.

Τα μάτια που αντίκρυσαν την Αβάνα την Πρωτοχρονιά του 59 όταν ο αντάρτικος στρατός έμπαινε στην πόλη από καστανά πήραν το χρώμα του ουρανού, λες και εγκατέλειψαν το φθινόπωρο της ζωής, για να περάσουν στην αθανασία του ουρανού. Έφυγε, για να κρυφτεί στους βράχους, μαζί με τους θεούς των Ίντιος, περιμένοντας την ώρα, για να ξανάρθει. Μαζί του πήρε μόνον, όπως συνήθιζε να λέει ο ίδιος, μονάχα τη θλίψη ενός τραγουδιού που δεν τελείωσε!

Άφησε την υπουργική καρέκλα, για να βοηθήσει στη δημιουργία των πολλών Βιετνάμ που πίστευε και έπεσε φωνάζοντας «Ας είμαστε ρεαλιστές, να ζητάμε το αδύνατο».

«Γύρισα τους δρόμους της Αμερικής. Στους Μάγιας, στη Γουατεμάλα, για ν’ ανακαλύψω την Επανάσταση. Εκεί, συνάντησα ένα σύντροφο που έγινε οδηγός μου. Μαζί ζούσαμε με την ιδέα να υπερασπιστούμε αυτή τη μικρή χώρα απ΄τους γιάνκηδες. Τώρα ήρθε η ώρα για μένα να πολεμήσω, τούτη τη φορά σε μια άλλη μικρή χώρα, ένα κομμάτι της ηπείρου μας, για να νικήσουμε την εκμετάλλευση και τη μιζέρια. Θέλουμε να κτίσουμε έναν καλύτερο κόσμο όπου θα ζήσεις εσύ. Δεν πρέπει να κλαις. Πρέπει να σκέφτεσαι αυτό που πρέπει να γίνει. Μπορεί να πεθάνω. Όμως το μόνο που έχει σημασία είναι ο Θρίαμβος της Επανάστασης».

Είπαν ότι «έφυγε» νωρίς! Κι όμως, όσοι αγαπούν τα παλιά ινδιάνικα παραμύθια είπαν ότι τον είδαν! Τον άκουσαν να καλπάζει με τα φτερωτά του πόδια καβάλα στον Ροσινάντε μέσα στα σύννεφα!

(Πηγή: Τσε Γκεβάρα, η ζωή και ο θάνατος ενός φίλου R.Rojo, Οι επιζήσαντες σύντροφοι του Τσε, Νταριέλ Αλαρκόν Ραμίρες και Μαριάνο Ροντρίγες, Τσε Γκεβαρα, Ζαν Κορμιέ, Ιλδα Γκεβάρα Γκαδέα, Αλμπέρτο Γρανάδο Χιμένες, Ημερολογίο της Βολιβίας, Τσε Γκεβάρα. Ο Τσε Γκεβάρα και το FBI, Μάϊκλ Ράτνερ, Μάϊκλ Στίβεν Σμιθ).

Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2009

Το μάτι του Μεγάλου Δημιουργού



Μια φορά κι έναν καιρό, τότε που ακόμη δεν είχε αρχίσει να μετράει ο χρόνος, δηλαδή τη σκοτεινή εποχή, όταν δεν υπήρχε ακόμη ο Ουρανός και η Γη, παντού επικρατούσε σιωπή.

Το μόνο που υπήρχε ήταν το μάτι του Μεγάλου Δημιουργού που πλανιόταν στο άπειρο. Λυπημένος από την απόλυτη σιωπή και το σκοτάδι ο Μεγάλος Δημιουργός δάκρυσε. Το δάκρυ του κύλησε και έγινε ένα κοσμικό αυτό, που άρχισε να επιπλέει στο άπειρο. Σ’ αυτό το κοσμικό αυγό που δημιουργήθηκε από το δάκρυ του Μεγάλου Δημιουργού, συνυπήρχαν οι αντίθετες δυνάμεις, δηλαδή τον γιν και το γιανγκ.

Κανείς μέχρι σήμερα δεν μπορεί με ακρίβεια να πει πόσο χρόνο χρειάστηκε για να επωαστεί το κοσμικό αυγό, ώστε από μέσα του να γεννηθεί το πρώτο ον, ο Παν Γκου. Για να έρθει στη ζωή ο Παν Γκου το αυγό έγινε χίλια κομμάτια, απ’ τα οποία τα πιο βαριά δηλαδή, το γιν, παρασύρθηκαν προς τα κάτω. Από τα κομμάτια του γιν δημιουργήθηκε η Γη. Τα πιο ελαφρά, δηλαδή το γιανγκ, ανέβηκαν προς τα πάνω. Από τα κομμάτια του γιανγκ δημιουργήθηκε ο Ουρανός.

Το πρώτο ον που ήρθε στη ζωή και η γέννησή του σήμανε την αρχή του χρόνου, ο Παν Γκου ζούσε εντελώς μόνος του σ΄ολόκληρη την πλάση. Καθώς περιπλανιόταν από δω κι από κει και παρατήρησε ότι ο ουρανός είχε σκοπό να πέσει πάνω στη γη με σκοπό το γιν και το γιανγκ να επανενωθούν. Αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα και τον τερματισμό της δημιουργίας. Χωρίς να το καλοσκεφτεί τότε ο Παν Γκου στάθηκε στο κέντρο της γης και κράτησε τον ουρανό.

Κάθε μέρα ο Παν Γκου ψήλωνε τρία μέτρα, για να απομακρύνει όσο μπορούσε τον ουρανό από τη γη και να αποτρέψει κάθε περίπτωση ενένωσης των δύο στοιχείων. Επί 18.000 χρόνια ο Παν Γκου συνέχιζε να ψηλώνει και μόλις η απόσταση της Γης από τον Ουρανό έφτασε στα 30.000 μίλια, τότε το πρώτο ον που γεννήθηκε κατάλαβε ότι η αποστολή του τελείωσε. Έκλεισε τα μάτια του και άφησε το πνεύμα του να πετάξει μακριά στο Μεγάλο Δημιουργό.

Για να μην ξεχαστεί ποτέ η ιστορία της δημιουργίας το Μεγάλο Πνεύμα αποφάσισε από τα μέλη του σώματος του Παν Γκου να δημιουργηθούν τα στοιχεία του κόσμου, τα καιρικά φαινόμενα, τα ουράνια σώματα, τα ζώα και τα φυτά. Τότε λοιπόν η Γη γέμισε από πλάσματα και όλα γνωρίζουμε μέχρι σήμερα.

Μάλιστα, τα πνεύματα του κάτω κόσμου, επειδή ο Μεγάλος Δημιουργός αποφάσισε ότι δεν θα κυκλοφορούν ελεύθερα στη γη και στον ουρανό, και γι αυτό ζηλεύουν τους ανθρώπους, άρχισαν να διαδίδουν ότι η ανθρώπινη φυλή δημιουργήθηκε από τους ψύλους που είχει πάνω του ο Παν Γκου και έπεσαν στη γη.

Βέβαια, τα καλά πνεύματα, που πάντα βοηθούν τους ανθρώπους, έχουν τη δική τους εκδοχή για τη δημιουργία της ανθρώπινης φυλής. Η εκδοχή αυτή θέλει τη θεά Νούβα να αισθάνεται μοναξιά μετά τη δημιουργία του κόσμου, επειδή έλειπαν οι άνθρωποι και κατέβηκε στον Κίτρινο ποταμό. Κάθισε στην όχθη του και άρχισε με τη λάσπη να τους πλάθει. Οι πρώτοι άνθρωποι την γοήτευσαν τόσο πολύ που αποφάσισε να γεμίσει τη γη με τη φυλή τους. Ωστόσο, αυτοί που ενθουσιάζονται γρήγορα, βαριούνται και γρήγορα και στην κατηγορία αυτή ανήκε και η θεά Νούβα. Επειδή κουράστηκε να πλάθει ανθρώπους, σκέφτηκε να πάρει λάσπη από τον Κίτρινο ποταμό. Ανέβηκε στο πιο ψηλό σημείο του Ουρανού και σκόρπισε σταγόνες λάσπης σε όλη τη Γη. Κάθε σταγόνα λάσπης έγινε και ένας άνθρωπος. Αυτοί οι άνθρωποι που δημιουργήθηκαν βιαστικά είναι οι κοινοί άνθρωποι. Όσοι πλάστηκαν από τα χέρια της θεάς είναι οι εκλεκτοί!...





(Πηγή: Κινέζικη μυθολογία για τη δημιουργία του κόσμου)

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2009

Ο άγγελος του Έρωτα

Μια φορά κι ένα καιρό, όταν ο κόσμος ακόμη ήταν πολύ νέος, ζούσε στις κορυφογραμμές των βουνών σε χώρα μακρινή, ένας πρίγκηπας που όλοι έλεγαν πως ήταν γιος των Θεών. Αυτός είχε τρεις κόρες φημισμένες για την ομορφιά τους.
Την μεγάλη την έλεγαν Ρασόν, τη δεύτερη Σεντιμιέντο και την τρίτη την ομορφότερη, την φώναζαν Άλμα. Οι τρεις κοπέλες ήταν καλές κι ευγενικές και οι γονείς τους πίστευαν πως θα έβρισκαν πολύ γρήγορα το ταίρι τους στη ζωή. Έτσι και έγινε. Πρώτη παντρεύτηκε η Ρασόν έναν όμορφο και νέο άνδρα και πήγε να στις καταπράσινες πεδιάδες. Μετά ήρθε η σειρά της δεύτερης, της Σεντιμιέντο. Αυτή παντρεύτηκε και έστησε το σπιτικό της μέσα σ’ ένα πυκνό δάσος κοντά στις πηγές του ομορφότερους ποταμού της γής. Ο πατέρας τους ήταν περήφανος που οι κόρες του ήταν ευτυχισμένες, ωστόσο ανησυχούσε για την μικρότερη την Άλμα που κανένας δεν τολμούσε να ρίξει τα μάτια του επάνω της, γιατί δεν μπορούσε να αντέξει την ομορφιά της.
Ο καιρός περνούσε κι η μάνα της Άλμα κάθε βράδυ έλεγε στον πατέρα της ότι κάτι έπρεπε να κάνει αν δεν ήθελε η ομορφιά της κόρης τους να ξεθωριάσει σιγά-σιγά μέσα στην πατρική σκηνή. Βράδυα ολόκληρα η ίδια κουβέντα. Τελικά ο πατέρας της Άλμα αποφάσισε να πάει να συναντήσει το πιο σοφό άνθρωπο της περιοχής που ζούσε απομονωμένος στην πιο απόκρυμνη κορυφή, για να του ζητήσει μια λύση για το πρόβλημά. Μέρες, ίσως βδομάδες, διήρκεσε το ταξίδι του κι όταν έφτασε στη σκηνή του σοφού, του έφερε γλυκά και φρούτα και ψωμί, πρώτον γιατί ακόμη δεν είχε ανακαλυφθεί το χρήμα και δεύτερον γιατί ο χρυσός δεν θαμπώνει τα μάτια των πραγματικά σοφών ανθρώπων. Αμέσως εξήγησε το πρόβλημα και ο σοφός του είπε πως θα έπρεπε να κλειστεί για τρεις ημέρες, χωρίς νερό και φαγητό, σε κοντινή σπηλιά, για να του δώσουν τα πνεύματα την απάντηση. Έτσι και έγινε. Τρεις μέρες μετά ο πατέρας της Άλμα βγήκε απ’ τη σπηλιά έχοντας την απάντησή του. Πήρες το δρόμο της επιστροφής όπου τον περίμενε η γυναίκα του.
Έφτασε στη σκηνή του αμίλητος και κουρασμένος. Όταν για τα καλά έπεσε η νύχτα, τότε τα διηγήθηκε όλα στη γυναίκα του, λέγοντάς της ότι γραφτό της Άλμα είναι να παντρευτεί ένα τέρας, που θα το βρει στο βράχο της σιωπής που πρέπει να την αφήσουν ντυμένη νύφη. Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της μάνας, αλλά ποιός μπορούσε να αμφισβητήσει τα πνεύματα. Έτσι την άλλη μέρα η μάνα πλησίασε την Άλμα και της ανακοίνωσε την απόφαση των πνευμάτων. Μάταια έκλαψε η κοπέλα να την αφήσουν να περάσει τη ζωή της στην πατρική σκηνή. Η απόφαση είχε ληφθεί.
Τη στόλισαν νύφη κλαίγοντας και πήγαν και την άφησαν μόνη και φοβισμένη στο βράχο της σιωπής. Οι γονείς έφυγαν μοιρολογώντας για το κακό που βρήκε το κορίτσι τους. Ώρες πολλές πέρασαν από τότε που η Άλμα έμεινε μόνη στο βράχο της σιωπής, παρακαλώντας τον άρχοντα του Κάτω Κόσμου να έρθει να την πάρει. Ώσπου ξαφνικά, ένας δυνατός αέρας τη σήκωσε ψηλά και άρχισε να τη στροβιλίζει. Η Άλμα νόμισε πως τα πνεύματα την μετέφεραν στον Κάτω Κόσμο και πίστεψε ότι ο Σκοτεινός Άρχοντας άκουσε τις προσευχές της.
Ώρες μετά, μπορεί και μέρες, η Άλμα ξύπνησε ξαπλωμένη πάνω σε μια κοιλάδα με δροσερό χορτάρι, ακούγοντας τις μελωδίες των πουλιών και το θρόϊσμα των φύλλων. Σηκώθηκε και προχώρησε γεμάτη απορία προς ένα πλουσιόσπιτο που είδε στο βάθος. Παρόμοιο παλάτι δεν είχε γνωρίσει ούτε στα παραμύθια, αλλά όσο κι έψαχνε τα δωμάτια δεν έβρισκε ψυχή ζώσα. Μόνο το βράδυ άκουσε μια γλυκιά ανδρική φωνή που της έλεγε λόγια αγάπης. Κι εκείνη τον αγάπησε πολύ και έγινε γυναίκα του. Μάλιστα δέχθηκε και τον όρο του:
-Άλμα μ’ αγαπάς και θες να ζήσουμε μαζί την υπόλοιπη ζωή μας; τη ρώτησε η φωνή.
-Ναι, σ’ αγαπώ και θα έδινα τα πάντα για να ζήσω μαζί σου! απάντησε.
-Τότε θα πρέπει να δεχτείς να μην δεις ποτέ το πρόσωπό μου γιατί τότε θα χωριστούμε για πάντα! της είπε.
Εκείνη δέχτηκε και ο καιρός περνούσε. Ζούσε ευτυχισμένη, όμως, η Άλμα σκεφτόταν τους γονείς της που νόμιζαν πως μεγάλο κακό την βρήκε και έκλαιγε κρυφά. Μια νύχτα ο άντρας της τη ρώτησε γιατί ήταν λυπημένη κι εκείνη του είπε πως νοσταλγούσε τους γονείς της, ότι ήθελε να τους δει έστω για μια φορά, για να τους πει ότι ζει και είναι ευτυχισμένη και πάλι πίσω θα γύριζε. Κι εκείνος που χατήρι δεν της χάλαγε ποτέ της είπε πως θα το κανονίσει. Πόσο καιρό ήθελε ένα μήνα, ένα χρόνο. Κι εκείνη του είπε πως ένας μήνας ήταν αρκετός.
Την άλλη μέρα, καθώς η Άλμα βρισκόταν στον κήπο μια δυνατή ριπή ανέμου τη σήκωσε και την έφερε στο σπίτι των γονιών της. Εκείνοι τρελλάθηκαν απ’ τη χαρά τους γιατί την είχαν ξεγραμμένη. Τους είπε πως ζούσε ευτυχισμένη κι ερωτευμένη. Αμέσως έστειλαν μήνυμα στις αδελφές να τρέξουν για να δουν την τρίτη, την μικρότερη που ήταν γερή κι ευτυχισμένη.
Πρώτη έφτασε η Σεντιμιέντο και αμέσως μετά η Ρασόν. Την αγκάλιασαν, τη φίλησαν. Δεν υπήρχε αμφιβολία πως η μικρή τους Άλμα ήταν ευτυχισμένη. Άρχισαν να λένε η καθεμιά πόσο καλά περνούσαν με τους άντρες τους και πόσο όμορφη ήταν η ζωή τους. Και τότε η Άλμα τους αποκάλυψε ότι ποτέ δεν είχε δει το πρόσωπο του άντρα της, αφήνοντάς τες άφωνες.
-Μα είναι δυνατόν να πιστεύεις όσα σου είπε, της έλεγαν. –Δεν θέλεις να μάθεις αν είναι τέρας πραγματικά; τη ρωτούσαν. –Έλα καημένη το βράδυ που θα κοιμάται άναψε το λυχνάρι και δες κρυφά το πρόσωπό του. Αυτός δεν θα το ξέρει και ούτε γάτα ούτε ζημιά.
Πες-πες στο τέλος την έπεισαν. Πέρασε ο καιρός και τότε η Άλμα ξεκίνησε να πάει στο βράχο της σιωπής, για να γυρίσει πίσω στον αγαπημένο της. Πράγματι ο άνεμος τη μετέφερε στο σπίτι της. Διηγήθηκε με κάθε λεπτομέρεια όσα συνέβησαν στο σπίτι των γονιών της, αλλά παρέλειψε να πει τις κουβέντες με τις αδελφές της. Το βράδυ, λοιπόν, που ο αγαπημένος της κοιμήθηκε στο πλάϊ της, εκείνη άναψε το λυχνάρι για να δει το πρόσωπό του. Άφωνη έμεινε από την ομορφιά του και έσκυψε να του δώσει ένα φιλί ξεχνώντας πως στα χέρια της κρατούσε αναμμένο το λυχνάρι. Το λυχνάρι έγυρε και μια σταγόνα λάδι έπεσε στο μάγουλό του. Τα μάτια του άντρα της άνοιξαν.
-Έρωτα, ψέλισε η Άλμα.
-Δεν μ’ άκουσες, δεν τήρησες την υπόσχεσή σου και τώρα θα ζήσουμε για πάντα χωριστά, της είπε εκείνος και χάθηκε θυμωμένος. Από τότε τριγυρνά και κρύβεται θυμωμένος για να μην συναντήσει την Άλμα. Εκείνη μόνη κι έρημη περιπλανιέται στον κόσμο ψάχνοντας να βρει τον άγγελο του Έρωτα, για να την μεταφέρει κοντά στον αγαπημένο της...




(Παραδοσιακό παραμύθι των Άνδεων)