Παρασκευή, 16 Ιουλίου 2010

Η αγαπημένη κορυφή


Μια φορά κι έναν καιρό, την εποχή που η Γη κι Ουρανός ήταν ένα και στην πλάση ταξίδευαν μόνον οι θεοί, πολύ πριν την εμφάνιση του ανθρώπου, ζούσε ο θεός Σινόχ με τους γιους και τις θυγατέρες του.

Ήταν η εποχή που οι θεοί δεν φρόντιζαν να καλύπτουν την περπατησιά τους.

Οι σχέσεις των θεών με τους ανθρώπους πάντα ήταν παράξενες. Αν και οι θεοί αποκάλυψαν πολλά από τα μυστικά τους στους ανθρώπους, όμως, ουδέποτε θέλησαν να εξηγήσουν γιατί εκείνη την πρώτη, την σκοτεινή -όπως την έλεγαν- εποχή ταξίδευαν χωρίς να κρύβονται, ενώ στη συνέχεια στην εποχή του τέταρτου ήλιου και του τέταρτου ανέμου, καλύπτουν επιμελώς τα ίχνη τους. Επίσης, παραμένει ανεξήγητο, γιατί οι θεοί στην εποχή του τέταρτου ήλιου και του τέταρτου ανέμου κρύφτηκαν ή, μπορεί να έφυγαν, ή να μεταμορφώθηκαν σε πέτρες όπως λέει ένας παλιός ινδιάνικος μύθος, ωστόσο, δεν έσβησαν τελείως τα ίχνη τους. Ίσως επειδή οι άνθρωποι ξέχασαν την αλήθεια, δεν θυμούνται πια κσι επομένως δεν μπορούν να δουν τους θεούς!

Τότε, λοιπόν, στα σκοτεινά χρόνια, ο θεός Σινόχ με την οικογένειά του είχε επιλέξει να ζει πάνω στη Γη. Ο πιο γνωστός, θαρραλέος και αγαπημένος από τους γιούς του ήταν ο Ναγκάχ, που σημαίνει πρόβατο στο βουνό. Ο θεός είχε επιλέξει αυτό το όνομα για τον ατρόμητο γιό του, γιατί του άρεσε να περπατά στα βουνά και να κατακτά τις κορυφές τους. Ο Σινόχ ήταν πολύ περήφανος για τον γιό του τον Ναγκάχ που δεν τον ενδιέφερε η καλοπέραση, αλλά προτιμούσε το κυνήγι, τα δέντρα και την κατάκτηση των κορυφών. Για να δείξει την αγάπη του στο Ναγκάχ, που πολλοί επιμένουν ότι ήταν ο πρωτότοκος, ο Σινόχ του χάρισε δύο μεγάλα σκουλαρίκια που τον έκαναν να φαίνεται ακόμη ομορφότερος.

Ο νεαρός Ναγκάχ σπάνια βρισκόταν στο παλάτι του πατέρα του. Έτρεχε σε Γη και Ουρανό προσπαθώντας να ανακαλύψει και να κατακτήσει νέες κορυφές. Μια μέρα, λοιπόν, όπως λένε όσοι θυμούνται, ανακάλυψε ένα βουνό και άρχισε να το εξερευνά. Εντόπισε, λοιπόν, μια πλαγιά του, κι άρχισε να την ανεβαίνει αποφασισμένος να φτάσει ως την κορυφή.

Η πλαγιά αυτή, όμως, ήταν και η δυσκολότερη που είχε ανέβει ως τότε. Δεν είχε πουθενά κάτι για να πιαστεί. Αυτό τον έκανε να πεισμώσει ακόμη περισσότερο και να προσπαθεί να σκαρφαλώσει όλο και πιο ψηλά. Γλίστρισε πολλές φορές και τα χέρια του μάτωσαν, όμως, δεν εγκατέλειψε την προσπάθεια, ώσπου μετά από ώρες, ίσως και μέρες, κατάφερε να εντοπίσει μια σχισμή στο βράχο, απ' όπου πιάστηκε και άρχισε να ανεβαίνει.

Η πλευρά αυτή του βουνού ήταν πολύ σκοτεινή. ΄Ωρες, ίσως και μέρες, να ακολοθούσε τη σχισμή, μέχρι που κάποια στιγμή ψηλά, πολύ ψηλά διέκρινε λίγο φως. Γεμάτος χαρά άρχισε να ανεβαίνει ευκολότερα γιατί κατάλαβε ότι πλησίαζε στην κορυφή.

Πράγματι, λοιπόν, κάποια στιγμή έφτασε στην κορυφή. Στάθηκε υπερήφανος και κοίταξε γύρω του. Έβλεπε μόνον ουρανό. Κοιτάζοντας καλύτερα συνειδητοποίησε ότι στεκόταν σε μια κορυφή τόσο μικρή και γλιστερή που ούτε μπορούσε να κουνηθεί, ούτε μπορούσε να κατέβει.

Ήταν καταδικασμένος να μείνει για πάντα εκεί, αν ο Μεγάλος Δημιουργός δεν τον λυπόταν και δεν τελείωνε τις μέρες του. Πριν, όμως, η λύπη σκεπάσει την ψυχή του σκέφτηκε ότι τί σημασία είχε αν θα έμενε για πάντα εκεί, αφού κατάφερε να πετύχει τον σκοπό του. Ας έμενε εδώ αιωνίως, αφού κατάφερε να κατακτήσει την αγαπημένη του κορυφή.

Τότε ο πατέρας του τον λυπήθηκε και τον μεταμόρφωσε σε ένα λαμπρό αστέρι. Το Άστρο του Βορρά, που μένει ακίνητο πάνω από την αγαπημένη του, την τελευταία, κορυφή που κατέκτησε Σιγά-σιγά έγινε θρύλος και την εποχή του Τέταρτου Ήλιου και του Τέταρτου Ανέμου παραμένει εκεί ακίνητος. Από τότε όποιος κοιτά τον Ουρανό το βράδυ μπορεί να αντικρύσει το αστέρι που το ονόμασαν Σταθερό, γιατί όλη τη νύχτα δεν αλλάζει θέση στον Ουρανό, ή Πολικό ή το Άστρο του Βορρά, χωρίς να υποψιάζεται ότι κοιτά τα λαμπερά μάτια του Ναγκάχ, γιού του Σινόχ, που δεν δίστασε να κατακτήσει την αγαπημένη του κορυφή...

(Ινδιάνικο παραμύθι)