Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2009

Ο πρίγκηπας του ποταμού Τάο

Μια φορά κι έναν καιρό, στα πολύ παλιά χρόνια, όταν οι άνθρωποι, τα ξωτικά, τα στοιχειά και τα πνεύματα ζούσαν μαζί, σε μια μακρινή χώρα της ανατολής ζούσε ένας νεαρός καλός και αγαθός νέος που τον έλεγαν Φένγκ.
Η καλοσύνη του ήταν γνωστή σε όλη την περιοχή και όποιος είχε ανάγκη έτρεχε σ’ αυτόν για να ζητήσει βοήθεια κι εκείνος χωρίς δεύτερη κουβέντα τους δάνειζε χρήματα, χωρίς ποτέ να τα ζητήσει πίσω. Έτσι, λοιπόν, οι άνθρωποι τον θυμόταν μόνον όταν είχαν ανάγκη, αλλά όταν την ξεπερνούσαν ξεχνούσαν να επιστρέψουν τα δανεικά. Με την τακτική του αυτή ο Φένγκ γρήγορα έχασε τα υπάρχοντά του και τα χρήματά του και καθώς έγινε φτωχός, όλοι τον ξέχασαν, εκτός από έναν, επίσης, φτωχό, ψαρά, ο οποίος ακόμη κι όταν δεν μπορούσε να του επιστρέψει τα χρήματα, του έστελνε ό,τι μπορούσε από τους θησαυρούς της θάλασσας, ως δώρα. Κάποια φορά ο ψαράς έστειλε στον Φένγκ μια χελώνα, που στο κεφάλι της είχε ένα σημάδι.
Όταν ο νεαρός άνδρας έλαβε το δώρο του, κοίταξε τη χελώνα και σκέφτηκε: Ω! Απίστευτο δεν έχω δει στη ζωή μου πιο μεγάλη και πιο όμορφη χελώνα. Αυτή δεν πρέπει να ζήσει μαζί μου αιχμάλωτη! Αυτά σκέφτηκε και άφησε τη χελώνα ελεύθερη κοντά στο ποτάμι, στη φύση όπου και ανήκε.
Τα χρόνια πέρασαν κι ο καλός και αγαθός Φένγκ σιγά-σιγά ξέχασε τη χελώνα, αφού δεν έτυχε να τη συναντήσει ποτέ ξανά από τότε που την ελευθέρωσε. Ένα βράδυ που γύριζε στο σπίτι του, το οποίο βρισκόταν σε ένα ψηλό σημείο δίπλα στο ποτάμι έπρεπε να διασχίσει ένα απόκρημνο μονοπάτι, στο οποίο καλά-καλά δεν χωρούσε ούτε ένας λεπτοκαμωμένος άνθρωπος να περάσει. Όταν είχε φτάσει αρκετά ψηλά είδε ότι από την αντίθετη κατεύθυνση ερχόταν ένας κύριος, που χωρίς αμφιβολία ήταν πολύ πλούσιος, αφού φορούσε ακριβά ρούχα και συνοδευόταν από τέσσερις νεαρούς, οι οποίοι προφανώς ήταν οι υπηρέτες του.
Όταν ο πλούσιος κύριος έφτασε κοντά στον Φένγκ με απίστευτη υπεροψία και αυταρχισμό φώναξε: -Μέριασε να περάσω. Παρά το γεγονός ότι ο Φένγκ ήταν ευγενής και καλός και δεν του άρεσαν οι καυγάδες, εκείνη τη στιγμή ενοχλήθηκε πολύ από τη συμπεριφορά του πλούσιου αυτού ανθρώπου και του απάντησε χωρίς δεύτερη σκέψη: -Ακούστε κύριε δεν γνωρίζω ούτε ποιός είστε, ούτε πού πηγαίνετε, ωστόσο απατάσθε αν νομίζετε ότι θα κάνω χώρο να περάσετε εσείς και η συνοδεία σας. Η απάντηση αυτή έκανε τον πλούσιο άνθρωπο να κοκκινίσει από το θυμό του και έδωσε διαταγή στους δούλους του να πιάσουν τον αυθάδη και να τον τιμωρήσουν παραδειγματικά. Όμως ούτε αυτή η απειλή έκανε τον Φένγκ να φοβηθεί. Μάλιστα, προειδοποίησε τον πλούσιο άνθρωπο ότι θα ερχόταν η ώρα που θα μετάνιωνε για τη συμπεριφορά του.
Κατακόκκινος από το θυμό του ο πλούσιος ρώτησε: -Ποιός είσαι εσύ που τολμάς και μου μιλάς μ’ αυτόν τον τρόπο; Χωρίς να φοβηθεί καθόλου ο νέος απάντησε: -Είμαι ο Φένγκ και να το θυμάστε! Και τότε έγινε κάτι που άφησε τον Φένγκ άφωνο. Ο ξένος ξαφνικά γονάτισε μπροστά του, και όχι μόνον του ζήτησε συγγνώμη για την απρεπή συμπεριφορά του, αλλά τον αποκάλεσε σωτήρα του και του ζήτησε ευγενικά να τον ακολουθήσει στο σπίτι του, για να γευματίσουν μαζί και να του δείξει έμπρακτα την μεταμέλειά του. Πράγματι, λοιπόν, ο Φένγκ τον ακολούθησε στο σπίτι του που ήταν λίγο πιο κάτω από το μονοπάτι, σ’ ένα χωριό που ποτέ μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε παρατηρήσει ο νεαρός. Όταν μπήκαν στο σπίτι του άγνωστου ο Φένγκ έμεινε άφωνος από την πολυτέλεια. Αμέσως ο κύριος συνόδευσε τον Φένγκ σε μια μεγάλη τραπεζαρία και τον έβαλε να καθίσει αναπαυτικά σε μαλακά μαξιλάρια. Οι υπηρέτες άρχισαν να στρώνουν το τραπέζι φέρνοντας όλες τις λιχουδιές που μπορούσε να βάλει ανθρώπινος νους και ένα μυρωδάτο κρασί. Μόλις το τραπέζι ήταν έτοιμο ο άγνωστος σήκωσε το ποτήρι του με το κρασί και είπε στον Φένγκ: - Επίτρεψέ μου να παρουσιαστώ. Είμαι ο 8ος πρίγκηπας του ποταμού Τάο. Ήμουν προσκεκλημένος σε μια γιορτή στο λόφο Όβεστ, αλλά οι καλεσμένοι δεν μου άρεσαν καθόλου κι έτσι αναγκάστηκα να φύγω. Ήμουν κακόκεφος και γι αυτό σου φέρθηκα με τόση απρέπεια και γι αυτό σου ζητώ τώρα ταπεινά συγγνώμη!
Ο Φένγκ στην αρχή φοβήθηκε πολύ γιατί κατάλαβε ότι έκανε παρέα με ένα στοιχειό. Στην αρχή σκέφτηκε να φύγει τρέχοντας, αλλά μετά θεώρησε ότι κάτι τέτοιο θα ήταν αγένεια, από τη στιγμή που ήταν φιλικό μαζί του. Έτσι, λοιπόν, έφαγαν και ήπιαν σαν δύο καλοί φίλοι μέχρι τη στιγμή που από κάπου μακριά ακούστηκε ο ξέψυχος ήχος μιας καμπάνας. Τότε ο 8ος πρίγκηπας του ποταμού Τάο σηκώθηκε και είπε στον Φένγκ. –Με την κουβέντα η ώρα πέρασε και γω πρέπει να φύγω. Πριν χωριστούμε, όμως, θέλω να σου κάνω ένα δώρο, που θα έρθω να το πάρω πίσω εγώ ο ίδιος όταν όλες οι επιθυμίες τους θα έχουν πραγματοποιηθεί! Αμέσως το στοιχειό τσίμπησε με δύναμη το μπράτσο του Φένγκ, ώστε ο νεαρός φώναξε από τον πόνο. Ο 8ος πρίγκηπας του ποταμού Τάο συνόδεψε το νεαρό στην πόρτα και τον αποχαιρέτησε χαμογελαστός. Στη στιγμή η περιοχή καλύφτηκε από ομίχλη και χάθηκαν και το σπίτι και το χωριό. Το μόνο που είδε ο νεαρός μας ήταν μια τεράστια χελώνας που μπήκε στα νερά του ποταμού και χάθηκε.
-Δεν είμαστε καλά! Άρχισα να βλέπω όνειρα και ξύπνιος μονολόγησε ο Φένγκ, αλλά στη στιγμή αναθεώρησε την άποψή του γιατί το μπράτσο του ακόμη πονούσε από την τσιμπιά. Σήκωσε το μανίκι του και τί να δει. Εκεί που τον τσίμπησε ο 8ος πρίγκηπας του ποταμού Τάο είχε σχηματιστεί μια μικρή χελώνα. – Όλα τα παράξενα σε μένα συμβαίνουν! μονολόγησε και πήρε το δρόμο για το σπίτι του. Περπατούσε πολύ προσεκτικά, γιατί, ήδη, είχε νυχτώσει για τα καλά και το φως των αστεριών δεν έφτανε για να διακρίνει το δρόμο. Καθώς περπατούσε με σκυμμένο το κεφάλι και τα μάτια δεκατέσσερα, είδε κάτω από τα πόδια του το έδαφος να γίνεται διάφανο και διέκρινε ένα μεγάλο γυαλιστερό διαμάντι. Στην αρχή έκανε να προσπεράσει, αλλά μετά σκέφτηκε γιατί να μη σκάψει να δει αν είναι αληθινό, τί είχε να χάσει; Πράγματι το διαμάντι ήταν αληθινό! Τότε κατάλαβε τί ακριβώς του συνέβαινε ο Φένγκ. Είχε αποκτήσει την ικανότητα να βλέπει τα μέρη που ήταν θαμμένα πολύτιμα αντικείμενα. Έβαλε το διαμάντι στην τσέπη του και γύρισε στο σπίτι του. Κοίταξε και τί να δει το ξύλινο πάτωμά του ήταν διάφανο κι από κάτω ήταν θαμμένα χρυσά νομίσματα. Αυτά ήταν και η αφορμή ν’ αλλάξει η ζωή του. Είπε αντίο στη φτώχεια, όμως, ποτέ δεν σταμάτησε να βοηθά όσους τον είχαν ανάγκη. Όσο πιο πολλούς βοηθούσε, τόσο περισσότερους θησαυρούς έβρισκε, όμως, ο χαρακτήρας του έμενε ο ίδιος. Κάποια μέρα ενώ περπατούσε σε έναν έρημο κήπο, ο Φένγκ ανακάλυψε έναν καθρέφτη που σίγουρα ήταν μαγικός, αφού είχε την ιδιότητα αν τον κοίταζε μια όμορφη κοπέλα να κρατά για πάντα την εικόνα της. Ο Φένγκ έκρυψε τον καθρέφτη, για να μην του τον κλέψει κανείς. Αρκετό καιρό μετά μαθεύτηκε στο χωριό ότι θα ερχόταν η μικρότερη κόρη του πρίγκηπα Σο, που την έλεγαν Ανθισμένο Λωτό, ξακουστή για την ομορφιά της. Τότε ο Φενγκ ανέβηκε στο βουνό και κρύφτηκε κρατώντας τον καθρέφτη. Όταν η πριγκήπισσα κατέβηκε από την άμαξά της, ο Φένγκ σήκωσε τον καθρέφτη και «αιχμαλώτισε» το όμορφο πρόσωπό της που χαμογελούσε γλυκά. Αμέσως έφυγε και γύρισε στο σπίτι του. Εκεί από καιρού εις καιρόν έβγαζε τον καθρέφτη και κοίταζε την πριγκήπισσα να του χαμογελά.
Ο έρωτας του Φένγκ για την πριγκήπισσα μαθεύτηκε στο χωριό και οι άνθρωποι που συνήθως δεν κοιτάζουν τις δικές τους δουλειές άρχισαν να διαδίδουν ότι ο νεαρός είχε μια εικόνα του Ανθισμένου Λωτού. Όταν τα νέα έφτασαν στ’ αυτιά του πρίγκηπα Σο, αμέσως έδωσε διαταγή να συλλάβουν τον Φένγκ και να τον οδηγήσουν ενώπιό του. Εκεί του ανακοίνωσε την απόφασή του να τον εκτελέσει τιμωρώντας τον για την απρέπειά του να είναι ερωτευμένος με την κόρη του. Ο Φένγκ προσπάθησε να τον κάνει ν’ αλλάξει την απόφασή του και του αποκάλυψε την ικανότητα που είχε να βρίσκει κρυμμένα πολύτιμα αντικείμενα που ήταν θαμμένα στη γη. Παραδέχθηκε ότι έφταιγε που ερωτεύτηκε μια πριγκήπισσα και με αξιοπρέπεια ζήτησε το χέρι της από τον πατέρα της. Αμέσως τότε ο πρίγκηπας Σο τον έριξε στο κελί και του είπε ότι το επόμενο πρωϊ θα βρισκόταν αντιμέτωπος με τον δήμιο.
Η πριγκήπισσα, ο Ανθισμένος Λωτός, μόλις έμαθε την απόφαση του πατέρα της, έπεσε στα πόδια του και τον παρακάλεσε να μην εκτελέσει τον Φένγκ, αλλά να της επιτρέψει να τον παντρευτεί. Ο Σο, όμως, αρνήθηκε. Τότε ο Ανθισμένος Λωτός ανακοίνωσε στον πατέρα της ότι αποφάσισε να πεθάνει από πείνα και δίψα αν δεν παντρευτεί τον όμορφο νέο. Ο πρίγκηπας για να δοκιμάσει την κόρη του ανακοίνωσε την αναβολή της εκτέλεσης του Φένγκ για τρεις ημέρες. Αυτές τις τρεις ημέρες όμως κόρη του ο Ανθισμένος Λωτός έπαψε να τρώει και να πίνει και δεν σταμάτησε να κλαίει. Τα όμορφα μάτια της απέκτησαν μαύρους κύκλους και το πρόσωπό της χλώμιασε! Τότε ο Σο που φοβήθηκε για τη ζωή του παιδιού του κάλεσε τον Φένγκ και του είπε:
-Ποτέ δεν πίστευα ότι θα δώσω την κόρη μου σε έναν κακομοίρη σαν εσένα. Φρόντισε ο γάμος να γίνει γρήγορα και όσο πιο μυστικά γίνεται! Δεν αντέχω τέτοια ντροπή.
Ο Φένγκ τον ευχαρίστησε για την απόφασή του να του δώσει την άδεια να παντρευτεί τον Ανθισμένο Λωτό και έφυγε με την υπόσχεση ότι πολύ σύντομα θα έκανε τον πρίγκηπα να αλλάξει άποψη για τον γαμπρό του. Γύρισε στο σπίτι του και κάλεσε 100 υπηρέτες του, τους έντυσε με τα πιο πολυτελή ρούχα και έδωσε στον καθένα να κρατά μια ολόχρυση κούπα γεμάτη με πολύτιμες πέτρες. Τους διέταξε να πάνε και να τα προσφέρουν στον πεθερό του, τον πρίγκηπα Σο, ως γαμήλιο δώρο. Πράγματι οι υπηρέτες έφεραν στο σπίτι του Σο τα γαμήλια δώρα και στη συνέχεια εμφανίστηκε ο Φένγκ. Ο πρίγκηπα θαμπωμένος από την ενέργεια του γαμπρού του, τον αγκάλιασε και του έδωσε την ευχή του, αυτή τη φορά με όλη του την καρδιά.
Ο γάμος του Φένγκ με τον Ανθισμένο Λωτό ήταν ο πιο μεγαλοπρεπής και συγκινητικός που είχε γίνει ως τότε στην περιοχή. Οι άνθρωποι τον συζητούσαν για χρόνια. Μάλιστα, δεν είναι λίγοι εκείνοι που τον θυμούνται μέχρι σήμερα. Το ζευγάρι ζούσε ευτυχισμένο και δεν παρέλειπε να βοηθά όλους όσους είχαν ανάγκη. Έγινε γνωστό για τις αγαθοεργίες του.
Ένα βράδυ που ο Φένγκ ήταν μόνος στο δωμάτιό του εμφανίστηκε ο 8ος πρίγκηπας του ποταμού Τάο. Ο Φένγκ τον χαιρέτισε γεμάτος χαρά και του ζήτησε να καθίσει δίπλα του, για να του ανταποδώσει το καλό που του είχε κάνει. Ο 8ος πρίγκηπας του ποταμού Τάο, όμως, του είπε ότι δεν έχει πολύ καιρό στη διάθεσή του, αν και θα ήθελε να μείνει με τον Φένγκ. Το στοιχειό τον κοίταξε στα μάτια και του είπε: -Φένγκ τώρα που απέκτησες ότι ποθούσε η καρδιά σου ήρθε η ώρα να πάρω πίσω το δώρο που σου έκανα! Νάσαι πάντα ευτυχισμένος! και τον τσίμπησε ξανά στο χέρι, τόσο δυνατά που ο Φένγκ άφησε ένα επιφώνημα πόνου.
-Είμαι σίγουρος ότι τώρα πια δεν χρειάζεσαι το φυλαχτό που σου χάρισα. Ήρθε η ώρα να πούμε αντίο, είπε το στοιχειό και είδε τα μάτια του Φένγκ να πλημμυρίζουν δάκρυα για τον αποχαιρετισμό. Μέχρι να σκουπίσει τα μάτια του ο Φένγκ το στοιχειό είχε χαθεί, και μαζί του είχε χαθεί και η μικρή χελώνα που είχε στο μπράτσο του. Αμέσως ο νεαρός έτρεξε στην πόρτα του σπιτιού του, για να ευχαριστήσει για μια τελευταία φορά τον ευεργέτη του, όμως, στο δρόμο δεν υπήρχε κανείς!
Κοίταξε καλύτερα και είδε μια τεράστια χελώνα που περπατούσε προς το ποτάμι. Μόλις έφτασε εκεί μπήκε στο νερό και εξαφανίστηκε! Από τότε δεν την ξαναείδε κανείς...

(Λαϊκό κινέζικο παραμύθι μεταφρασμένο από τα γαλλικά)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου