Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2009

Μια ιστορία αγάπης

Μια φορά κι έναν καιρό, πολλά χρόνια πριν, τόσα που κανείς δεν μπορεί να τα μετρήσει, σε μια βαθειά κοιλάδα, καλά προστατευμένη από ψηλά καταπράσινα βουνά, ζούσε μια φυλή ανθρώπων, που είχαν τις καλύβες τους χτισμένες γύρω από μια μεγάλη λίμνη.
Ποτέ δεν αισθάνθηκαν την ανάγκη να εγκαταλείψουν την κοιλάδα τους για να δουν πώς είναι ο υπόλοιπος κόσμος, αφού εκεί είχαν όλα όσα επιθυμούσαν. Άφθονο νερό που το κατέβαζε το ποτάμι από τα βουνά, εύφορη γη που μπορούσαν να την καλλιεργήσουν και να τους δίνει τα αγαθά της, η λίμνη τους ήταν γεμάτη ψάρια και ο ουρανός τους γαλανός. Ο αέρας έφερνε τις μυρωδιές από τα ψηλά δέντρα και η κοιλάδα τους, όταν δεν ακουγόταν οι χαρούμενες φωνές των παιδιών τους που έπαιζαν και τραγουδούσαν γέμιζε από τις φωνές των πουλιών.
Οι άνθρωποι ζούσαν ευτυχισμένοι υπό την καθοδήγηση του Μεγάλου Αρχηγού τους, ενός ανθρώπου συνετού και καλόκαρδου που σεβόταν και αγαπούσε τη Μάνα Γη και όλα της τα πλάσματα. Ο Μεγάλος Αρχηγός ζούσε με τη γυναίκα του και με την κόρη του στην καλύβα τους που βρισκόταν πολύ κοντά στην όχθη της λίμνης. Κάθε μέρα η μικρή έτρεχε χαρούμενη στην όχθη της λίμνης και κάθε βράδυ έλεγε στη μητέρα της ότι κάποια μέρα θα ακολουθήσει τις όχθες του ποταμού, για να βρει τις πηγές του. Η μητέρα της κοίταζε με ανησυχία τον πατέρα της, αλλά εκείνος της έγνεφε:
-Μη νοιάζεσαι είναι ακόμη πολύ μικρή. Θα δεις όταν θα μεγαλώσει θα τα ξεχάσει όλα αυτά! Θα δεις.
-Μακάρι να έχεις δίκαιο έλεγε η μητέρα και συνέχιζε τις δουλειές που κάνουν όλες οι γυναίκες στο σπίτι, αφού βάλουν τα παιδιά στο κρεβάτι τους.
Τα χρόνια περνούσαν και η μικρή μεγάλωνε. Όσο μεγάλωνε άφηνε το κρεβάτι της αχάραγα και με την πρώτη ακτίδα του ήλιου έτρεχε και πήγαινε να καθίσει στην όχθη της λίμνης. Έμενε εκεί ακίνητη μέχρι που ο άρχοντας του ουρανού να ξεκινήσει το ταξίδι του για το ανάκτορό του και να αφήσει τον ουρανό στα αστέρια. Τότε μόνον γύριζε στο σπίτι αμίλητη. Μάταια η μάνα της τη ρωτούσε τί είχε και γιατί φερόταν έτσι, γιατί δεν έκανε ό,τι και όλα τα υπόλοιπα κορίτσια της ηλικίας της. Εκείνη σπάνια μιλούσε. Ξάπλωνε στο κρεβάτι και περίμενε την ώρα που ο άρχοντας της ημέρας θα χαμογελούσε με νόημα στη γη, για να τρέξει έξω από το σπίτι της. Μοναδικός της σύντροφος ο πιστός της σκύλος. Την έβλεπαν να κάθεται μαζί του στην όχθη της λίμνης και κάπου-κάπου να του μιλάει και όλοι οι άνθρωποι κουνούσαν το κεφάλι τους σκεπτόμενοι ότι μεγάλη δυστυχία είχε χτυπήσει τον Αρχηγό τους. Πολλές φορές αναρωτιώταν γιατί το Μεγάλο Πνεύμα έστειλε τέτοια δοκιμασία στον Αρχηγό τους.
Μια νύχτα η μητέρα της άρχισε να τη ρωτάει και πάλι τί της συμβαίνει και να τη συμβουλεύει ότι πρέπει να διαλέξει ένα νέο για να κάνει τη δική της οικογένεια, εκείνη της απάντησε ότι δεν επρόκειτο να παντρευτεί κανέναν άνδρα από την φυλή της, γιατί αγαπούσε άλλον. Η μητέρα της την ρώτησε που τον συνάντησε, αφού από παιδί δεν έκανε τίποτε άλλο από το να κάθεται στην όχθη της λίμνης. Είχε ερωτευθεί τον ήλιο. Τον είχε αγαπήσει από παιδί, όταν ο φωτεινός θεός του ουρανού, της χάϊδευε το πρόσωπο και της ζέσταινε την καρδιά. Μάλιστα ανακοίνωσε στη μάνα της ότι ήταν αποφασισμένη να πάει να τον βρει.
Μάταια η μάνα και ο πατέρας της προσπάθησαν να την πείσουν ότι κανένας θνητός δεν είναι δυνατόν να ερωτευτεί και να παντρευτεί με έναν θεό και ότι πέρα από τα βουνά δεν υπάρχει τίποτε. Ότι η θέση της ήταν στο χωριό της. Η κοπέλα ήταν αποφασισμένη να φτάσει ως την άκρη της γης, να βρει τα τέσσερα δέντρα που στήριζαν τον ουρανό και να ανεβεί, για να συναντήσει τον αγαπημένο της. Έφυγε αξημέρωτα από το σπίτι της με μόνη συντροφιά το σκύλο της. Έτσι εγκατέλειψε το σπίτι της και το χωριό της για χάρη της αγάπης της.
Οι δυό τους ακολούθησαν το ποτάμι προς το βουνό. Περπάτησαν μέρες και νύχτες αναζητώντας τα δέντρα που στήριζαν τον ουρανό. Ο καιρός περνούσε και οι δύο σύντροφοι περπατούσαν ώρες ατελείωτες. Η ελπίδα, όμως, δεν εγκατέλειπε την καρδιά της κοπέλας. Ήταν τόσο σίγουρη και τόσο αποφασισμένη που δεν φοβόταν τίποτε. Οι θεοί, όμως, θύμωσαν με την απόφασή της να βρει τα δέντρα που στήριζαν τον ουρανό και αποφάσισαν να την τιμωρήσουν. Η κούραση ήταν αδύνατο να νικηθεί. Οι δύο σύντροφοι κάθησαν σ’ ένα ξέφωτο πολύ μακριά από το χωριό και το σπίτι της για να ξεκουραστούν για λίγο. Τότε οι θεοί αποφάσισαν να τιμωρήσουν την κοπέλα για την αυθάδειά της, η οποία αν και ήταν θνητή τόλμησε να ερωτευθεί έναν θεό, έτσι έστειλαν τον ύπνο για να βαρύνει τα μάτια της και να κοιμηθεί. Αυτή κοιμήθηκε, αλλά ο μικρός της σύντροφος έμεινε ξύπνιος δίπλα της να την προσέχει.
Ο καιρός περνούσε και η κοπέλα συνέχισε να κοιμάται. Ακοίμητος φρουρός δίπλα της ο μοναδικός φίλος της, το πιστό σκυλί της. Ήρθε το φθινόπωρο και ύστερα ο χειμώνας. Η κοπέλα από την αγκαλιά του ύπνου, πέρασε στην αγκαλιά του θανάτου, το ίδιο και ο πιστός της φίλος. Όμως την ψυχή της την παρέσυρε ο άνεμος. Μόνη και λυπημένη η ψυχή της κοπέλας βρέθηκε κάτω από ένα σωρό από ξερά φύλλα και κλαδιά. Η ψυχή του πιστού της, τετράποδου συντρόφου την ακολούθησε και έμεινε μαζί της. Κανείς δεν ξέρει πόσος καιρός πέρασε από τότε που οι ψυχές καλύφθηκαν κάτω από τα ξερά φύλλα και τα κλαδιά, μέχρι που το Μεγάλο Πνεύμα αποφάσισε ότι οι δύο ψυχές που αγάπησαν τόσο πολύ δεν έπρεπε να χαθούν. Έστειλε, λοιπόν το μεγάλο πολύχρωμο πουλί που κατοικεί στον Αυγερινό να τις μαζέψει και να τις φέρει στον ουρανό.
Εκεί, το Μεγάλο Πνεύμα μεταμόρφωσε την κοπέλα στη Σελήνη και το μικρό της σύντροφο τον τοποθέτησε στην αγκαλιά της, για να μην χωριστούν ποτέ. Όσο για αυτόν που είχε αγαπήσει τόσο πολύ που δεν δίστασε να εγκαταλείψει την οικογένεια, το σπίτι της και να δώσει τη ζωή της, δεν θα μπορούσε να τον συναντήσει ποτέ, μόνον κάποιες φορές θα μπορούσε να τον βλέπει από μακριά. Τότε είναι που ενώ ο Ήλιος λάμπει στον ουρανό φαίνεται κατάχλωμη η Σελήνη να τον κοιτά! Τότε ακριβώς είναι που φαίνονται ο Ήλιος και η Σελήνη μαζί στον ουρανό. Η αγάπη είναι μεγαλειώδης και τολμηρή. Έτσι αποφάσισε το Μεγάλο Πνεύμα...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου