Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2009

Ο Ερωτευμένος Άνεμος


Μια φορά κι έναν καιρό, πριν από πολλά-πολλά χρόνια, δεν θυμάμαι πόσα ακριβώς, σε μια χώρα μακρινή ζούσε ευτυχισμένη μια φυλή Ινδιάνων.
Ο αρχηγός της φυλής είχε μια κόρη που ήταν πασίγνωστη για την ομορφιά της. Όλοι την θαύμαζαν, αλλά ουδείς τολμούσε να την πλησιάσει ακόμη.
Μια μέρα ο αρχηγός καθόταν έξω από τη σκηνή του. Τότε τον επισκέφθηκε ο Άνεμος και παίρνοντας το πιο σοβαρό του ύφος είπε στον μεγάλο αρχηγό:
-Μεγάλε αρχηγέ, αγαπάω την κόρη σου και με αγαπά κι εκείνη.Θα μου την δώσεις να γίνει γυναίκα μου;
-Όχι, απάντησε αποφασιστικά ο μεγάλος αρχηγός και χωρίς να δεχτεί δεύτερη κουβέντα μπήκε στη σκηνή του.
Την επόμενη ημέρα η κοπέλα προσπάθησε να μιλήσει στον πατέρα της:
-Πατέρα, σε παρακαλώ κατάλαβέ με, αγαπώ τον Άνεμο. Θα μου επιτρέψεις να πάω στο κατάλυμμά του και να γίνω γυναίκα του; Σε παρακαλώ πατέρα!
-Όχι! Δεν σου το επιτρέπω, απάντησε αυστηρά και κοφτά ο μεγάλος αρχηγός και συνέχισε:
-Όταν ο Άνεμος ήταν μικρός συνήθιζε να έρχεται στο αντίσκηνό μου, μέσα από μικρές χαραμάδες και έσβηνε πάντοτε τη φωτιά που προσπαθούσα με τόσο κόπο ν’ ανάψω. Δεν γνωρίζει ούτε να πολεμάει, ούτε να κυνηγάει και δεν σου επιτρέπω να γίνεις γυναίκα του!,τόνισε ο μεγάλος αρχηγός.
Αμέσως ο μεγάλος αρχηγός σκέφθηκε ότι θα έπρεπε να απομακρύνει την κόρη του από τον Άνεμο. Την άρπαξε από το χέρι και την οδήγησε σε ένα αδιαπέραστο δάσος από μαύρα έλατα, για να την κρύψει από τον Άνεμο.
-Ο Άνεμος ίσως να την έβλεπε αν την έκρυβα μέσα σ’ ενα πευκοδάσος, όμως, δεν θα μπορέσει ποτέ να την διακρίνει μέσα σ’ ένα τόσο πυκνό δάσος από μαύρα έλατα, μονολογούσε ο μεγάλος αρχηγός, καθώς γύριζε στο χωριό του.
Ο Άνεμος, όμως, είχε γίνει αόρατος κι όση ώρα ο μεγάλος αρχηγός μονολογούσε, στεκόταν εκεί κοντά και άκουσε με μεγάλη προσοχή κάθε του λέξη. Έτσι, μόλις έπεσε η νύχτα, ο Άνεμος άρχισε να τρέχει γύρω από το πυκνό μαύρο δάσος, μέχρι που ανακάλυψε ένα μικρό κενό και μπόρεσε να εισχωρήσει ανάμεσα από τα δέντρα. Ώρες ολόκληρες έψαχνε ανάμεσα στα δέντρα για να βρει την αγαπημένη του και τελικά την ανακάλυψε και την οδήγησε έξω από το μαύρο δάσος.
Οι δύο ερωτευμένοι δεν τόλμησαν να πλησιάσουν, ξανά, τους άλλους ινδιάνους επειδή φοβόταν την μανία του μεγάλου αδελφού. Μάλιστα, ο Άνεμος ήταν σίγουρος ότι ο αρχηγός θα προσπαθούσε να πάρει πίσω την κόρη του κι έτσι έψαξε άλλον τόπο, για να ζήσουν. Ταξίδεψαν αρκετά μέσα στο σκοτάδι της νύχτας με κατεύθυνση τον βορρά. Τελικά, βρήκαν έναν πολύ όμορφο τόπο, για να στήσουν το κατάλυμά τους. Την ίδια, κιόλας νύχτα την πήρε στην αγκαλιά του και την έκανε γυναίκα του.
Ο καιρός περνούσε και οι δύο ερωτευμένοι χαιρόταν την αγάπη τους χωρίς να υποψιάζονται ότι ο μεγάλος αρχηγός τους αναζητούσε και ότι θα μπορούσε να τους εντοπίσει. Ωστόσο, ο πατέρας της κοπέλας τους αναζητούσε με μανία, μέχρι που στο τέλος ανακάλυψε το κατάλυμμά τους.
Τότε ο Άνεμος έκρυψε τη νεαρή γυναίκα του κι ο ίδιος έγινε αόρατος. Ο μεγάλος αρχηγός άρχισε να καταστράφει τα πάντα γύρω του. Χωρίς να το καταλάβει ο μεγάλος αρχηγός κατάφερε ένα δυνατό χτύπημα στο κεφάλι του Ανέμου, που τον άφησε αναίσθητο. Μετά από ώρα ο Άνεμος ξαναβρήκε τις αισθήσεις του και έψαξε σαν τρελλός για τη γυναίκα του. Ανακάλυψε ότι είχε εξαφανιστεί. Περιπλανήθηκε σαν τρελλός στα δάση και στο τέλος την είδε μέσα σ΄ένα κανό που οδηγούσε ο πατέρας της, στο Μεγάλο Νερό.
-Αγαπημένη μου έλα μαζί μου, άρχισε να της φωνάζει με απελπισία.
Η κοπέλα που άκουσε τη φωνή του αγαπημένου της να την καλεί, αλλά δεν έβλεπε τίποτε γύρω της, κατατρόμαξε και το πρόσωπό της έγινε λευκό σαν το χιόνι. Ο Άνεμος μετά το χτύπημα που του κατάφερε ο μεγάλος αρχηγός στο κεφάλι είχε ξεχάσει πώς να μεταμορφώνεται και παρέμενε αόρατος.
Ο Άνεμος θύμωσε πάρα πολύ με τον μεγάλο αρχηγό και φύσηξε με όλη του τη δύναμη πάνω στο κανό.
-Ας αναποδογυρίσει, σκέφθηκε, μπορώ να μεταφέρω τη γυναίκα μου ασφαλή στην ξηρά.
Το κανώ αναποδογύρισε, εξαιτίας του φυσήματος του ανέμου και ο μεγάλος αρχηγός και οι δύο τους έπεσαν μέσα στο νερό.
-Έλα αγαπημένη μου, πιάσε το χέρι μου, φώναζε ο Άνεμος στην κοπέλα.
Μα δεν θυμόταν ότι ήταν αόρατος και η κοπέλα δεν μπορούσε να δει το χέρι του. Η κοπέλα άρχισε να βουλιάζει μέχρι που βρέθηκε στον πάτο της λίμνης, όπως κι ο μεγάλος αρχηγός, αφού ο άνεμος δεν προσπάθησε να τον βοηθήσει.
Όταν ο Άνεμος κατάλαβε ότι η αγαπημένη του είχε χάσει τη ζωή της εξαιτίας του, κυριεύτηκε από τη θλίψη και άρχισε να αγριεύει.
-Ο Άνεμος ποτέ δεν φυσούσε τόσο δυνατά και θλιμμένα, έλεγαν οι ινδιάνοι και έτρεχαν να προφυλαχτούν μέσα στις καλύβες τους.
Το Μεγάλο Πνεύμα λυπήθηκε πολύ την κοπέλα που έχασε τη ζωή της τόσο άδικα πέφτοντας στο νερό και την επόμενη νύχτα, την πήρε στα χέρια του και από τον πάτο της λίμνης την μετέφερε ψηλά στ’ αστέρια και της έδωσε ένα σπίτι στο Φεγγάρι. Η κοπέλα ζει ακόμη εκεί, όμως, το πρόσωπό της παραμένει κατάλευκο, όπως τη στιγμή που τρομαγμένη έπεσε από το κανώ.
Έτσι, τις νύχτες, στο σεληνόφως, η κοπέλα κοιτάζει κάτω στη Γη, προσπαθώντας να βρει τον αγαπημένο της Άνεμο, αλλά δεν ξέρει ότι είναι αόρατος.
Ο Άνεμος από την πλευρά του, δεν γνωρίζει, πως εκεί ψηλά στο Φεγγάρι βρίσκεται η αγαπημένη του γυναίκα του, που χάθηκε κι έτσι περιπλανιέται στα δάση και ψάχνει ανάμεσα στα βράχια των βουνών να την βρει, όμως, ποτέ δεν σκέφτεται να κοιτάξει ψηλά στο Φεγγάρι...

Από το βιβλίο της Florence Holbrook “The Book of Nature Myths”,1904

2 σχόλια:

  1. Como la sobra de la sobra hacia la selva se adentrό, dias enteros caminό ... Patricio

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Caminante no hay camimo se hace camimo al andar

    ΑπάντησηΔιαγραφή