Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2009

Η γέννηση του Ανθρώπου του Ήλιου της Κίνησης


Μια φορά κι έναν καιρό, όταν οι θεοί αποφάσισαν να φιλιώσουν και να συνεργαστούν και δημιούργησαν τον Πέμπτο Κόσμο, τον Ήλιο της Κίνησης, ξανάφτιαξαν τη Γη και ανασήκωσαν τους ουρανούς, κοίταξαν το Δημιούργημά τους, αλλά ήταν άδειο. Οι ναοί τους άδειοι και οι βωμοί τους γεμάτοι σκόνη.
Ήρθε η ώρα να δημιουργήσουν μια νέα φυλή ανθρώπων, αλλά πώς! Οι θεοί σκέφτηκαν πολύ και στο τέλος συμφώνησαν ότι ο Θεός του Ανέμου, ο Κετζαλκοάτλ, έπρεπε να κατεβεί στον Κάτω Κόσμο και να μαζέψει τα λείψανα της τελευταίας φυλής των ανθρώπων, αυτών που μεταμορφώθηκαν σε ψάρια από τον κατακλυσμό.
Χωρίς δεύτερη σκέψη ο σοφός θεός του Ανέμου ξεκίνησε για την Μικτλάν, τη Χώρα των Νεκρών, αποφασισμένος να φέρει εις πέρας την αποστολή του και, αν χρειαστεί να αντιμετωπίσει τους δύο επικίνδυνους εξουσιαστές της, δηλαδή τον Μικτλαντεκούτλι και τη γυναίκα του, την Μικτεκακιχουάτλ.
Η Μικτλάν, προορισμός του Θεού του Ανέμου, ήταν το ένατο και τελευταίο επίπεδο του Κάτω Κόσμου και βρισκόταν μακριά προς το Βορρά. Στη Μικτλάν πήγαιναν οι πολεμιστές που πέθαιναν στη μάχη, αυτοί που είχαν χτυπηθεί από κεραυνό και οι γυναίκες εκείνες που είχαν πεθάνει στη γέννα. Το ταξίδι αυτό ήταν μακρύ και δύσκολο και διαρκούσε, τουλάχιστον τέσσερα χρόνια, ωστόσο οι ψυχές είχαν συμπαραστάτη και συνοδό των ψυχοπομπό Σολότλ, αυτόν που βοήθησε και στη δημιουργία του Ήλιου της Κίνησης.
Ο Σολότλ, που περνούσε κάθε βράδυ τις πύλες του Κάτω Κόσμου, φρουρώντας τον Ήλιο, ήταν αποφασισμένος να βοηθήσει τον δίδυμο αδελφό του, Κετζαλκοάτλ και του αποκάλυψε όλα τα μυστικά που ήξερε.
-Έχε τα μάτια σου ανοικτά αδελφέ μου, Κύριε του Ανέμου, όταν σταθείς ενώπιον του Μικτλαντεκούχτλ, του θεού των Νεκρών και Άρχοντα της Μικτλάν. Πρόσεχε και τη γυναίκα του, την Μικτεκακιχουάτλ που φρουρεί τα οστά των νεκρών.
Ο Κετζαλκοάτλ γνώρισε ότι ο Άρχοντας της Μικτλάν άλλωτε εμφανιζόταν σαν ένας σκελετός γεμάτος αίμα κι άλλωτε ως άνθρωπος με γυμνό κρανίο, ωστόσο πάντα στο κεφάλι του φορούσε φτερά κουκουβάγιας και στο λαιμό του είχε κρεμασμένο ένα περιδέραιο από ανθρώπινα μάτια.
Η γυναίκα του, η Κυρά των Νεκρών, πέθανε στη γέννα κι έτσι πήρε το όνομά της. Καθήκον της είναι να φρουρεί τα κόκκαλα των νεκρών. Το ζευγάρι των αρχόντων της Μικτλάν ζουν σ’ ένα σπίτι χωρίς παράθυρα. Αυτά σκεφτόταν ο Θεός του Ανέμου όταν πέρασε τις πύλες του ενάτου επιπέδου του Κάτω Κόσμου και βρέθηκε ενώπιον των εξουσιαστών του. Αμέσως πλησίασε στον Μικτλαντεκούτλι και του είπε αποφασιστικά:
-Ψάχνω τα πολύτιμα κόκκαλα που έχεις. Ήρθα γι αυτά!
-Τί θα τα κάνεις Κετζαλκοάτλ, τον ρώτησε ο άρχοντας του Κάτω Κόσμου.
-Θέλημα των θεών είναι να κατοικήσει και πάλι άνθρωπος τη γη, απάντησε ο Θεός του Ανέμου.
Ο Άρχοντας του Κάτω Κόσμου σκέφτηκε να παγιδεύσει τον Κετζαλκοάτλ. Συμφώνησε να του παραδώσει τα πολύτιμα κόκκαλα που είχε στη φύλαξή του, υπό τον όρον, όμως, ότι ο θεός του Ανέμου θα έκανε τέσσερις φορές το γύρο του Κάτω Κόσμου φυσώντας, συνέχεια μέσα από μια τρομπέτα φτιαγμένη από κοχύλι. Ωστόσο, όμως, ο Μικτλαντεκούτλι παρέδωσε στον Κετζαλκοάτλ ένα απλό κοχύλι χωρίς τρύπες. Ο θεός του Ανέμου αμέσως θυμήθηκε τα λόγια του αδελφού του Ψυχοπομπού και δεν έπεσε στην παγίδα. Κάλεσε σκουλήκια και άνοιξαν τρύπες στο κοχύλι κι έτσι έκανε τέσσερις φορές το γύρο του Κάτω Κόσμου σαλπίζοντας, ταυτόχρονα, από την τρομπέτα. Από τότε οι θεοί αποφάσισαν να δώσουν στον Κετζαλκοάτλ ως έμβλημα της εξουσίας του πάνω στον Άνεμο και τη Ζωή το κοχύλι, το οποίο φορούσε στο στέρνο του και το ονόμαζαν το «Κόσμημα του Ανέμου».
Ηττημένος ο Άρχοντας του Κάτω Κόσμου αναγκάστηκε να δώσει στον Κετζαλκοάτλ τα πολύτιμα κόκκαλα, ωστόσο ήταν αποφασισμένος να μην τον αφήσει να φύγει από το μαύρο του βασίλειο. Του στήνει παγίδες, ωστόσο ο θεός του Ανέμου τις ξεπερνά. Τότε ο σατανικός Μικτλαντεκούτλι διατάζει τους υπηκόους του να σκάψουν ένα βαθύ πηγάδι, για να πέσει μέσα ο Κετζαλκοάτλ. Καθώς τρέχει ο θεός του Ανέμου και μοναδικός του στόχος είναι να προστατέψει τα πολύτιμα κόκκαλα, ξαφνικά βλέπει μπροστά του ένα ορτύκι, το οποίο τον τρομάζει και αυτός πέφτει μέσα στο πηγάδι.
Ο Θεός του Ανέμου είναι νεκρός και το ορτύκι ροκάνισε όλα τα πολύτιμα κόκκαλα. Η αποστολή απέτυχε και εποχή του Ήλιου της Κίνησης θα μείνει χωρίς ανθρώπους. Όμως, ο Άνεμος βλέποντας τον αφέντη του νεκρό διέσχισε με όλη του τη ταχύτητα τον Κάτω Κόσμο έφτασε στο βαθύ πηγάδι όπου βρίσκονταν νεκρός ο Κετζαλκοάτλ και φύσηξε μακριά του την πνοή του θανάτου. Ο θεός αναστήθηκε, κυνήγησε το ορτύκι και κατάφερε να πάρει τα πολύτιμα κόκκαλα, όμως, αυτά ήταν σπασμένα. Αυτός είναι και ο λόγος που οι άνθρωποι έχουν διαφορετικό ύψος.
Δίνοντας σειρά από μάχες ο θεός του Ανέμου καταφέρνει να ξεπεράσει όλα τα εμπόδια και να ξεφύγει από τον Κάτω Κόσμο. Κουρασμένος, σχεδόν απογοητευμένος και πληγωμένος πηγαίνει τα πολύτιμα κόκκαλα, σ’ ένα τόπο που γίνονταν θαύματα, την Ταμοαντοάν. Εκεί, η Γυναίκα Ερπετό, η γριά θεά Σιχουακοάτλ, πήρε τα πολύτιμα κόκκαλα και τα άλεσε. Τα μετέτρεψε σ’ ένα αλευροειδές γεύμα, που το τοποθέτησε σ’ ένα ειδικό κεραμικό δοχείο. Γύρω από το δοχείο μαζεύτηκαν μετανιωμένοι οι θεοί και άρχισαν να ραντίζουν με το αίμα τους το αλευροειδές γεύμα. Έτσι, από το αίμα των θεών και τα λείψανα των ανθρώπων-ψαριών, γεννήθηκε το σημερινό ανθρώπινο είδος, που περπατά στην εποχή του Πέμπτου Ήλιου της Κίνησης.
(Πηγές: Histoire de Mechique, Μύθοι των Αζτέκων και των Μάγια)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου